Υπόθεση Κατόχων Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ.) εκδόσεως της Τράπεζας Κύπρου

Η εταιρία μας έχει αναλάβει την εκπροσώπηση των πρώην κατόχων Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ.) εκδόσεως της Τράπεζας Κύπρου, που ήδη σήμερα έχουν μετατραπεί σε συνήθεις μετοχές, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που υπέστησαν από την παραπλανητική και παράνομη προώθηση των αξιογράφων αυτών μέσω των υποκαταστημάτων της Τράπεζας ακόμα και σε απλούς καταναλωτές και προθεσμιακούς καταθέτες στην Ελλάδα, κατά παράβαση των προστατευτικών διατάξεων της ευρωπαϊκής και της ελληνικής νομοθεσίας. Εκπροσωπούμε ήδη περισσότερους από 350 παραπλανηθέντες επενδυτές ενώ έχουμε αναλάβει την εκπροσώπηση και του συλλόγου κατόχων αξιογράφων της Τράπεζας Κύπρου (http://maekgr.blogspot.gr/).

Η υπόθεση κινείται επί τη βάσει δύο αξόνων:

1) Οι όροι περί υποχρεωτικής ακύρωσης τόκων ήταν ήδη ενεργοποιημένοι πριν και κατά τη στιγμή της έκδοσης των ΜΑΕΚ, ενώ δύο μήνες μετά την έκδοσή τους ενεργοποιήθηκαν και οι όροι περί υποχρεωτικής μετατροπής τους σε μετοχές. Αυτό σημαίνει ότι όλοι ανεξαιρέτως οι πελάτες-καταναλωτές-επενδυτές εξαπατήθηκαν ως προς την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα της τράπεζας Κύπρου την οποία εμπιστεύθηκαν για την τοποθέτηση των χρημάτων τους. Το ζήτημα αυτό αποδεικνύεται με τη σύνταξη πραγματογνωμοσύνης που έχει ήδη διενεργηθεί για λογαριασμό της εταιρίας μας από μία εκ των μεγαλύτερων παγκοσμίως ελεγκτικών εταιριών, η οποία διαπιστώνει ότι τα ΜΑΕΚ εκδόθηκαν όχι «προνοητικά» προς ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας της τράπεζας Κύπρου αλλά προς κάλυψη αυτής.

2) Η πώληση του περίπλοκου επενδυτικού αυτού προϊόντος έγινε με ελλιπείς και παραπλανητικές συμβουλές από μη πιστοποιημένους υπαλλήλους κατά παράβαση της ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας. Ήδη έχει εκδοθεί σχετική σύσταση σε βάρος της Τράπεζας Κύπρου από τον Έλληνα Συνήγορο του Καταναλωτή που δικαίωσε τους προσφεύγοντες, ενώ η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου σε σχετικό πόρισμά της έχει διαπιστώσει πλημμέλειες κατά την προώθηση των ΜΑΕΚ από την Τράπεζα Κύπρου.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας τηλεφωνικά ή με email στο info@markoulakoslaw.gr.

Λίγα λόγια για το ιστορικό της υπόθεσης :

Το 2011 η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου τα οποία αποτελούσαν σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα με περίπλοκους και ριψοκίνδυνους όρους (Contingent Converible Bonds), παντελώς ακατάλληλα σύμφωνα με τη διεθνώς κρατούσα άποψη για μετριοπαθείς καταναλωτές που δεν επιθυμούν να ρισκάρουν τα χρήματά τους. Δεν είχαν συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης (δηλαδή η Τράπεζα δε θα είχε ποτέ υποχρέωση να επιστρέψει τους κατόχους το κεφάλαιό τους), ενώ επιπλέον εάν η οικονομική της κατάσταση επιβαρυνόταν, τότε θα μπορούσε η ίδια ή οι εποπτικές αρχές να ακυρώσουν την πληρωμή των ετήσιων τόκων και να μετατρέψουν τα αξιόγραφα σε μετοχές, όπως και έγινε.

Όλες αυτές οι πληροφορίες ωστόσο, στην πλειοψηφία των επενδυτών που έχουν έρθει σε επαφή με την εταιρία μας, δεν γνωστοποιήθηκαν στους υποψήφιους αγοραστές των Μ.Α.Ε.Κ.. Αντιθέτως, οι υπάλληλοι της Τράπεζας που τους προώθησαν τα αξιόγραφα, υπερτόνιζαν την ασφάλεια των χρημάτων τους, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο η ανασφάλεια για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ήταν έκδηλη και οι καταθέτες αναζητούσαν εναλλακτικούς τρόπους ασφαλούς επένδυσης των κεφαλαίων τους στο εξωτερικό. Οι υπάλληλοι της Τράπεζας τους διαβεβαίωναν ψευδώς ότι τα Μ.Α.Ε.Κ. ήταν ακριβώς αυτό –μια «εναλλακτική κατάθεση» στην Κύπρο, απόλυτα ασφαλής, με εγγυημένη επιστροφή κεφαλαίου στην πενταετία και αξιόλογο ετήσιο και σταθερό επιτόκιο (6,5%). Βεβαίως, δεν είχαν λήξη τα προϊόντα αυτά, τα οποία στο νόμο προσδιορίζονται ως υβριδικοί τίτλοι μειωμένης διασφάλισης δηλαδή είναι αυτά που δεν έχουν κανένα προνόμιο σε περίπτωση εκκαθάρισης, και κατά συνέπεια δεν είχαν την οποιαδήποτε εγγύηση. Ακόμη, τέλος του 2011, αρχές του 2012, ανακοίνωσε η Τράπεζα Κύπρου την πραγματική οικονομική κατάσταση, ότι η κεφαλαιακή της επάρκεια ήταν κάτω από τα νόμιμα όρια, λόγο για τον οποίο έλαβε την απόφαση να μη δίνει ούτε τα τοκομερίδια στους κατόχους των προϊόντων. Επομένως οι κάτοχοι των προϊόντων αυτών, οι οποίοι είτε νόμιζαν ότι είχαν κάποιο κανονικό ομόλογο με εγγυημένη λήξη, είτε κάποιο προϊόν που εξομοιωνόταν με προθεσμιακή κατάθεση, συνειδητοποίησαν πλέον ότι κατέχουν ένα προϊόν, δίχως λήξη, δίχως να δίδει τοκομερίδια, και του οποίου η αξία μετριέται μόνο χρηματιστηριακά. Βεβαίως, επειδή ακριβώς δεν είχε λήξη ούτε πλήρωνε τόκους το προϊόν, η αξία του ήταν μηδενική.

Τον Φεβρουάριο του 2013, μετά από καταγγελίες που δέχτηκε ο Συνήγορος του Καταναλωτή από δεκάδες άτομα που αγόρασαν το συγκεκριμένο προϊόν χωρίς να γνωρίζουν τους κινδύνους, εξέδωσε σχετικό πόρισμα απευθύνοντας σύσταση προς την Τράπεζα Κύπρου να προβεί σε αποκατάσταση των ζημιωθέντων πελατών της, καταβάλλοντας σε αυτούς τα ποσά κεφαλαίου που επένδυσαν στα επίμαχα αξιόγραφα.

Η παραπλανητική πρακτική εκ μέρους της Τράπεζας, όμως, δεν εξαντλείται στην πλημμελή προσυμβατική πληροφόρηση από τους υπαλλήλους της κατά την προώθηση των προϊόντων στους υποψήφιους αγοραστές. Η πιο ουσιώδης παρανομία εκ μέρους της Τράπεζας έγκειται στο γεγονός πως τους απέκρυψε ότι, κατά την στιγμή της πώλησης των Μ.Α.Ε.Κ., ο όρος περί ακύρωσης της πληρωμής των ετήσιων τόκων είχε ήδη ενεργοποιηθεί (δηλαδή η αξία του προϊόντος ήταν ήδη μηδενική, καθώς προϊόν άληκτο, που δεν πληρώνει τόκους κατά την έκδοσή του, δεν έχει ουσιαστική αξία)! Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους των Μ.Α.Ε.Κ., η Τράπεζα θα μπορούσε να ακυρώσει την πληρωμή των ετήσιων τόκων σε περίπτωση που έκρινε πως η οικονομική της κατάσταση ήταν ιδιαιτέρως βεβαρυμμένη. Όταν εκδόθηκαν τα Μ.Α.Ε.Κ., όμως, αυτή η προϋπόθεση αποτελούσε ήδη πραγματικότητα. Η Τράπεζα Κύπρου είχε υποστεί τεράστια οικονομική ζημία λόγω της μείωσης της αξίας των ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου που είχε στο χαρτοφυλάκιό της, ύψους σχεδόν 2 δις ευρώ, την οποία δεν είχε απεικονίσει κατά την έκδοση του ενημερωτικού δελτίου. Η ζημία αυτή επηρέαζε δραστικά τα βασικά ίδια κεφάλαιά της και καθιστούσε δεδομένη την ακύρωση της πληρωμής των ετήσιων τόκων των Μ.Α.Ε.Κ.. Πράγματι, λίγους μήνες μετά την «αγορά» των αξιογράφων οι κάτοχοί τους ενημερώθηκαν ότι δεν πρόκειται να λάβουν τους τόκους!

Έκτοτε, οι Έλληνες κάτοχοι Μ.Α.Ε.Κ. προσπαθούν εναγωνίως να λάβουν απαντήσεις από τα υποκαταστήματα της Τράπεζας στην Ελλάδα, και από τους υπαλλήλους της που τους πώλησαν τα εν λόγω προϊόντα, οι οποίοι όμως τους δηλώνουν ότι εργάζονται πλέον στον «Όμιλο Πειραιώς» και τους παραπέμπουν στα κεντρικά της Τράπεζας Κύπρου στην Κύπρο, χωρίς να τους δίνουν καμία απάντηση για την τύχη των χρημάτων τους. Μάλιστα, η πλειοψηφία των κατόχων Μ.Α.Ε.Κ. δεν έχουν στα χέρια τους ούτε καν τα έγγραφα που υπέγραψαν κατά την αγορά των αξιογράφων.

Δυστυχώς η δικαστική διεκδίκηση των χρημάτων τους μέσω των ελληνικών δικαστηρίων αποτελεί μονόδρομο. Πράγματι, εάν οι κάτοχοι Μ.Α.Ε.Κ. καταφέρουν να αποδείξουν το μεθοδευμένο σχέδιο παραπλάνησής τους εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, η τελευταία θα υποχρεωθεί να τους επιστρέψει το σύνολο του κεφαλαίου που έχασαν.

Αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολίες το γεγονός πως κατά την στιγμή που πωλούσε τα αξιόγραφα στους πελάτες της η Τράπεζα ήδη γνώριζε πως δε θα πληρώσει τους ετήσιους τόκους, αφού είχε κάτω του 8% Core tier 1, ενώ δύο μήνες μετά την έκδοση του προϊόντος είχε κάτω του 5% core tier 1. Έτσι, κατάφερε να συγκεντρώσει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό από την πώληση των Μ.Α.Ε.Κ. (820 εκατομμύρια σε ευρώ και 95 εκατομμύρια σε αμερικάνικα δολάρια), χωρίς να αναλαμβάνει ταυτόχρονα καμία απολύτως υποχρέωση απέναντι στους κατόχους των αξιογράφων, οι οποίοι ήταν, καθώς φαίνεται, τα μοναδικά θύματα του σχεδίου αυτού. Υποχρέωση θα είχε μόνον αν έπρεπε να τους επιστρέψει κεφάλαιο ή τόκους.

Τώρα τα ΜΑΕΚ μετατράπηκαν σε μετοχές, αλλά ούτως ή άλλως είτε προέβαιναν στη μετατροπή είτε όχι, η αξία και πάλι μηδέν θα ήταν καθώς άληκτο προϊόν που δεν πληρώνει τόκους δεν έχει καμία αξία.

Ουσιαστικά ήταν ένας οργανωμένος τρόπος για να «λάβουν» από την αγορά 1δις και να μη δώσουν τίποτα πίσω (εγγύηση κτλ) παρά μόνο, αν χρειαστεί, μετοχές. Δηλαδή αντί να βάλουν (θεσμικούς) επενδυτές να προβούν σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, εισέρευσαν στα ταμεία της Τράπεζας λεφτά με τα ΜΑΕΚ - Cococos’ (τίτλοι μειωμένης διασφάλισης υποχρεωτικά μετατρέψιμοι σε μετοχές),
Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα αγόραζε τα Μ.Α.Ε.Κ. αν ήξερε
α) ότι δεν έχουν καμία εγγύηση ενώ είναι άληκτα ως προϊόντα
β) την πραγματική οικονομική κατάσταση της Τράπεζας λόγω της οποίας είχαν ήδη ενεργοποιηθεί οι όροι των ομολόγων περί μη πληρωμής τόκων, και εντός τριών περί υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές.

Ουσιαστικά η Τράπεζα Κύπρου χρειαζόταν άμεσα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 1 δις ευρώ, και επειδή οι θεσμικοί επενδυτές δεν θα το έκαναν, και ούτε βέβαια θα συμμετείχαν σε αυτό οι ιδιώτες, εξέδωσε αυτό το προϊόν που υπό προϋποθέσεις θα μετατρεπόταν σε μετοχές, ενώ γνώριζε πως είχαν ήδη συντρέξει οι όροι εκείνοι που οδηγούσαν σε βίαιη αναστολή τόκων και αμέσως μετά σε μονομερή μετατροπή σε μετοχές. Κατόπιν τούτων έχουμε ήδη ξεκινήσει την κατάθεση αγωγών κατά της Τράπεζας Κύπρου (που απαριθμούν περισσότερες των 300 σελίδων), η οποία είναι ενεργή ως Τράπεζα, δεν έχει χωριστεί σε καλή ή κακή, απλώς δεν έχει παρουσία στην Ελλάδα, πλην όμως έχει εξυγιανθεί με το κούρεμα των καταθέσεων.