Ακυρώσιμη η διαθήκη στην οποία δεν περιλαμβάνεται ο νόμιμος μεριδούχος - Ποιες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1786 ΑΚ και ποιες οι έννομες συνέπειες


Πότε μπορεί ο νόμιμος μεριδούχος να ζητήσει ακύρωση μίας διαθήκης.


Στις ανεπτυγμένες και ευνομούμενες χώρες το κληρονομικό δίκαιο βασίζεται στην αρχή της ελευθερίας του ανθρώπου να διαθέτει την περιουσία του κατά το δοκούν, ως ειδικότερη έκφραση της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας. Ωστόσο, ανακύπτει ένα αρκετά λεπτό ζήτημα, σχετικά με το εάν στην ανωτέρω ελευθερία θα πρέπει να τεθούν όρια. Σε αντίθεση με τα αγγλοσαξωνικά δίκαια, που προάγουν το φιλελευθερισμό, το δικό μας κληρονομικό δίκαιο θεσπίζει την αναγκαστική κληρονομική διαδοχή, η οποία αποτυπώνεται στον θεσμό της νόμιμης μοίρας. Συνεπώς, υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι νόμιμοι μεριδούχοι, σε περίπτωση που έχουν παραλειφθεί από τον διαθέτη, μπορούν να επιδιώξουν την ακύρωση της διαθήκης.

Εν προκειμένω, η διάταξη του άρθρου 1786 ΑΚ, παρά το γεγονός ότι συνιστά μία ειδικότερη μορφή πλάνης περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του διαθέτη, δεν εντάσσεται στην γενικότερη κατηγορία του άρθρου 1784 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στην ακύρωση της διαθήκης όταν η δήλωση του διαθέτη είναι προϊόν «πεπλανημένων αιτιών». Ο νομοθέτης προβαίνει σε περαιτέρω εξειδίκευση, επιδιώκοντας να προστατευθεί ο μεριδούχος που δεν συμπεριλήφθηκε στην διαθήκη είτε επειδή ο διαθέτης αγνοούσε την ύπαρξή του είτε επειδή ο μεριδούχος γεννήθηκε (ή υιοθετήθηκε) μετά τη σύνταξη της διαθήκης. Το περιεχόμενο της διάταξης έχει ως εξής: Η διαθήκη είναι ακυρώσιμη, αν ο διαθέτης παρέλειψε το μεριδούχο που υπήρχε κατά το θάνατό του και η ύπαρξή του κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, ή που γεννήθηκε ή έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της. Η ακύρωση αποκλείεται, όταν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης θα προχωρούσε στη σύνταξη της διαθήκης και αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση που υπήρχε ή επήλθε.

Προκειμένου να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη, θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι κάτωθι προϋποθέσεις:

  1. Ολική παράλειψη του μεριδούχου. Τέτοια παράλειψη υφίσταται όταν ο διαθέτης, χωρίς να αποκληρώσει τον μεριδούχο, δεν καταλείπει σε αυτόν κάποιο περιουσιακό στοιχείο (με εξαίρεση την περίπτωση της σιωπηρής αποκλήρωσης, κατ’ άρθρον 1713 ΑΚ, η οποία όμως συνεπάγεται γνώση του μεριδούχου). Κατά την περίπτωση που ο διαθέτης καταλείπει σε αυτόν ένα μικρό μέρος της κληρονομίας, που δεν ανταποκρίνεται στην νόμιμη μοίρα, δεν κρίνεται εφαρμοστέα η παρούσα διάταξη αλλά οι γενικότερες 1784 και 1827 ΑΚ. Παρά ταύτα δεν αποκλείεται η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, εάν ο διαθέτης εγκατέστησε ένα πρόσωπο ως κληρονόμο, χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η ιδιότητά του ως μεριδούχος (διότι αυτή επήλθε μεταγενέστερα).
  2. Άγνοια της ύπαρξης του μεριδούχου. Η παράλειψη μεριδούχου θα πρέπει να βρίσκεται σε αιτιακή σχέση με την άγνοια του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης. Η παράλειψη αυτή θα πρέπει να είναι ακούσια και μπορεί να οφείλεται σε πλάνη του περί τα πράγματα (άγνοια της ύπαρξης του μεριδούχου, μεταγενέστερη γέννηση ή μεταγενέστερη απόκτηση της ιδιότητας του μεριδούχου).
  3. Μη συναγωγή αντίθετης βούλησης του διαθέτη. Σαν τελευταία προϋπόθεση αναζητείται η εικαζόμενη βούληση του διαθέτη, σε περίπτωση που κατά τη σύνταξη της διαθήκης εκείνος γνώριζε την ύπαρξη του μεριδούχου ή την επιγενόμενη γέννησή του ή την απόκτηση της ιδιότητας του μεριδούχου. Σημαντικό ρόλο στο στάδιο αυτό θα διαδραματίσουν γεγονότα και μαρτυρίες εκτός της διαθήκης. Σημειωτέον ότι δεν συνιστά επιχείρημα υπέρ του κύρους της διαθήκης το γεγονός ότι ο διαθέτης δεν μετέβαλε το περιεχόμενο της διαθήκης.

Εφόσον, επομένως, συντρέχουν σωρευτικά οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ο μεριδούχος μπορεί να ασκήσει αγωγή, επιδιώκοντας την ακύρωση της διαθήκης, κατά τη δίκη της οποίας φέρει το βάρος να αποδείξει αφενός ότι είναι νόμιμος μεριδούχος και έχει παραλειφθεί, αφετέρου ότι ο διαθέτης αγνοούσε την ύπαρξή του ή (και) την ιδιότητά του ως μεριδούχου ή ότι γεννήθηκε μετά τη σύνταξη της διαθήκης ή ότι απέκτησε την ιδιότητα του μεριδούχου μεταγενέστερα. Από την άλλη, ο εναγόμενος που θα υπερασπιστεί το κύρος της διαθήκης μπορεί να επικαλεστεί και να αποδείξει την εικαζόμενη βούληση του διαθέτη. Εάν η διαθήκη ακυρωθεί, ο μεριδούχος θα κληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, εάν όχι όμως θα περιοριστεί στη νόμιμη μοίρα.

Ολοκληρώνοντας την επισκόπηση της εν λόγω διατάξεως, παρατίθεται απόσπασμα της με αριθμ. 7/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έκρινε ότι «η ίδια η διαθέτης, λόγω και της ιδιότητάς της ως ιατρού, είχε επίγνωση της σοβαρότητας της ασθένειας και της πιθανότητας θανάτου της λόγω κάποιας αιφνίδιας επιπλοκής και όμως δεν προέβη στην τροποποίηση ή ανάκληση της ανωτέρω διαθήκης της, της οποίας την ύπαρξη ουδόλως είχε λησμονήσει αφού την φύλασσε στη τραπεζική της θυρίδα, την οποία επισκέπτονταν συχνά για να πάρει κοσμήματα κλπ. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι πίστευε ότι η διαθήκη ήταν ανίσχυρη λόγω του επιγενόμενου γάμου της με τον ενάγοντα, διότι σε αυτήν την περίπτωση δεν θα τη φύλασσε, πολύ δε περισσότερο σε τραπεζική θυρίδα, της οποίας το ένα κλειδί το είχε δώσει ως συνδικαιούχο στον εναγόμενο αδελφό της και μάλιστα μετά τη διάγνωση της ασθένειας και η θανούσα με τον εναγόμενο αδελφό της πέρα από σχέση αδελφικής αγάπης, συνδέονταν και με σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών της στοιχείων. Επομένως η θανούσα, ακόμη και αν συνέτασσε την επίδικη διαθήκη μετά το γάμο της με τον εναγόμενο, και πάλι θα καθόριζε η περιουσία της να περιέλθει στον εναγόμενο αδελφό της και κατ΄ επέκταση στα ανίψια της και όχι στον ενάγοντα σύζυγό της και κατ΄ επέκταση στην κόρη του, με την οποία ουδεμία σχέση διατηρούσε».

Αικατερίνη Η. Παπαδημητρίου
Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου