Δικαιολόγηση εμβάσματος εξωτερικού με χρηματικά διαθέσιμα της 31.12.1999


Την αφορμή για τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου, πυροδοτεί μεταξύ άλλων και η αποστολή από τον φορολογούμενο/ελεγχόμενο εμβάσματος στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009 - 2011. Έτσι, οι ανυποψίαστοι φορολογούμενοι που στο παρελθόν έσπευσαν να διαφυλάξουν τις αποταμιεύσεις τους στο εξωτερικό, φοβούμενοι τις συνέπειες του καθεστώτος αβεβαιότητας και επισφάλειας που επικρατούσε στο ελληνικό πολιτικοοικονομικό και τραπεζικό σύστημα, καλούνται ξαφνικά στο πλαίσιο του ελέγχου να δικαιολογήσουν την πηγή και αιτία προέλευσης των χρηματικών κεφαλαίων που τροφοδότησαν το έμβασμά τους, προκειμένου να μην τους καταλογιστεί ως προσαύξηση περιουσίας κατ’ άρθρο 48 παρ. 3 ν. 2238/1994 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 ν. 3888/2010).

Στη συγκεκριμένη κατηγορία ελέγχου, η Διοίκηση καταλήγει συχνά στο συμπέρασμα ότι το κεφάλαιο που απεστάλη στο εξωτερικό και αποτελεί το προς δικαιολόγηση φορολογητέο αντικείμενο, δε δικαιολογείται από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του ελεγχόμενου και άρα, η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ποσού του εμβάσματος και του φορολογητέου εισοδήματός του, του καταλογίζεται ως προσαύξηση περιουσίας. Πρόσφορο μέσο άμυνας του ελεγχόμενου στις περιπτώσεις αυτές, είναι η επίκληση των χρηματικών διαθεσίμων που διατηρούσε την 31.12.1999 σε εγχώρια και ξένα πιστωτικά ιδρύματα, με τα οποία μπορεί να δικαιολογήσει/καλύψει σημαντικό μέρος ή ακόμη και το σύνολο του εμβάσματος που «φυγάδευσε» στο εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό, η ταυτότητα προέλευσης του εμβάσματος συγκεκριμενοποιείται, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως γνωστής πηγής και αιτίας προέλευσης, καταρριπτόμενων των ισχυρισμών  της Διοίκησης περί του αντιθέτου.

Ήδη με την ΠΟΛ 1033/2013 (Διευκρινίσεις στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογούμενων που έχουν αποστείλει εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009 – 2011), έχει προβλεφθεί η δυνατότητα κάλυψης του εμβάσματος με χρηματικά ποσά που υπήρχαν σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο τέλος του έτους 1999 (άρθρ. 12), και επιπλέον έχουν διευκρινισθεί και οι προϋποθέσεις χρήσεις της ανωτέρω δυνατότητας. Σύμφωνα με αυτές, ο ελεγχόμενος προκειμένου να επικαλεστεί αποτελεσματικά τον «κουμπαρά» του 1999, υποχρεούται να προσκομίσει στη Διοίκηση επίσημα δικαιολογητικά (βεβαιώσεις από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα) που να αναγράφουν το τραπεζικό υπόλοιπο της 31.12.1999 και φυσικά τις σχετικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, που πιθανόν να έχουν ανακτηθεί από τη Διοίκηση ήδη σε προγενέστερο στάδιο του ελέγχου. Επομένως, μόνο η προσκόμιση αναλυτικών κινήσεων λογαριασμών εκ των οποίων να προκύπτει το τραπεζικό υπόλοιπο της 31.12.1999, δεν αρκεί για να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ελεγχόμενου, αφού η Διοίκηση εξαντλεί την αυστηρότητά της σε σχέση με τα απαιτούμενα επίσημα τραπεζικά παραστατικά.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και με την πιο πρόσφατη ΠΟΛ 1228/2014 (Παροχή Πρόσθετων Οδηγιών στο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων φορολογουμένων που αποστέλλουν εμβάσματα στο εξωτερικό κατά τα έτη 2009 – 2011), στην οποία συμπληρωματικά εξηγείται ότι στην έννοια των χρηματικών ποσών που μπορεί να επικαλεστεί ο ελεγχόμενος για την κάλυψη του εμβάσματος, περιλαμβάνονται πέραν των καταθέσεων, και τα επενδυτικά προϊόντα (μετοχές, ομόλογα, repos, αμοιβαία κεφάλαια κλπ) που κατείχε και ήταν διαθέσιμα στο τέλος του 1999, με την προϋπόθεση να ρευστοποιήθηκαν/εκποιήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της αποστολής του εμβάσματος (άρθρ. 1 παρ. 2). Στην περίπτωση μάλιστα των αλλοδαπών επενδυτικών προϊόντων, η πρακτική της Διοίκησης είναι να απαιτεί από τον ελεγχόμενο να αποδείξει με επίσημα έγγραφα και παραστατικά, ότι το προϊόν ρευστοποίησής τους επαναπατρίσθηκε στην ημεδαπή πριν τη διενέργεια του επίμαχου εμβάσματος.

Εφ’ όσον ο ελεγχόμενος καταφέρει, λοιπόν, να ανταποκριθεί στις ανωτέρω αυξημένες απαιτήσεις έγγραφης απόδειξης για τα χρηματικά κεφάλαια του 1999, προσκομίζοντας δηλαδή τις απαραίτητες επίσημες τραπεζικές βεβαιώσεις, η Διοίκηση υποχρεούται άνευ ετέρου να τις αποδεχτεί, δίχως δηλαδή να ελέγξει περαιτέρω την αντιστοιχία των φορολογικών δηλώσεων του ελεγχόμενου με τα ποσά που εμφανίζει ότι κατέχει την 31.12.1999 και δίχως να απαιτήσει από αυτόν την ειδικότερη τεκμηρίωση του χρόνου και του τρόπου σχηματισμού τους. Η σωστή και έγκαιρη συνεννόηση με τα τραπεζικά ιδρύματα και ο προσεκτικός συντονισμός του ελέγχου ήδη από τα πρώτα στάδιά του, μπορούν να εγγυηθούν στον ελεγχόμενο την αίσια κατάληξη της κατά τ’ άλλα ψυχοφθόρας εν προκειμένω διαδικασίας.

Τατιάνα Νιάσσου

Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου