Δικαιολόγηση περιουσιακής προσαύξησης με μη αναλωθέντα κεφάλαια περασμένων ετών – σημαντικό όπλο στην «φαρέτρα» των ελεγχόμενων φορολογούμενων


Σύμφωνα με το εδ. β’ της παρ. 3 του άρ. 48 Ν. 2238/1994, που προστέθηκε με το άρ. 15 παρ. 3 Ν.3888/2010, «Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μη σταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης της είτε ότι φορολογείται από άλλες διατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένου αυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων της χρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση».

Η προσαύξηση περιουσίας μπορεί να προκύπτει είτε από τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου, οπότε το άθροισμα των «πρωτογενών καταθέσεων» (σ.σ. πιστώσεων από άγνωστη, μη διαρκή, μη σταθερή πηγή ή αιτία που δεν προέρχονται από αναλήψεις ή μεταφορές από άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς) θεωρείται εισόδημα και στο μέτρο που υπερβαίνει το φορολογηθέν εισόδημα της αντίστοιχης χρήσης ορίζεται από τους ελεγκτές ως «προσαύξηση», είτε από έμβασμα που πραγματοποίησε ο φορολογούμενος κατά την ελεγχόμενη χρήση, οπότε και πάλι ορίζεται ως «προσαύξηση» το ποσό του εμβάσματος που τυχόν υπερβαίνει το φορολογηθέν εισόδημα της χρήσης. Και στις δύο περιπτώσεις, ο φορολογούμενος καλείται από τις φορολογικές αρχές να αποδείξει είτε την πραγματική πηγή ή αιτία του ελεγχόμενου ποσού, είτε ότι αυτό έχει ήδη φορολογηθεί από άλλες διατάξεις ή απαλλάσσεται του φόρου.

Μεταξύ των πλέον συνηθισμένων ισχυρισμών των φορολογούμενων κατά την αντιμετώπιση τέτοιων φορολογικών ελέγχων αποτελεί η δικαιολόγηση της ελεγχόμενης περιουσιακής προσαύξησης με επίκληση μη αναλωθέντων κεφαλαίων περασμένων χρήσεων. Μέχρι πρόσφατα, ωστόσο, η τύχη αυτού του ισχυρισμού επαφιόταν στην διακριτική ευχέρεια των ελεγκτών. Συχνά, οι τελευταίοι θεωρούσαν ύποπτο το μακρό χρονικό διάστημα που τυχόν είχε διανυθεί μεταξύ των παρελθόντων χρήσεων, τα φορολογηθέντα εισοδήματα των οποίων καλούσε ως αιτία της προσαύξησης ο φορολογούμενος, και του χρόνου της ελεγχόμενης πίστωσης ή του ελεγχόμενου εμβάσματος, και απέρριπταν τον σχετικό ισχυρισμό. Ή, τηρώντας ακόμα πιο ανελαστική στάση, απαντούσαν ότι ο φορολογούμενος απέτυχε να αποδείξει πως η περιουσιακή προσαύξηση συνίσταται πράγματι σε μέρος των μη αναλωθέντων χρηματικών ποσών.

Πλέον, ωστόσο, η δικαιολόγηση περιουσιακής προσαύξησης (τραπεζικής κατάθεσης ή εμβάσματος) με μη αναλωθέν κεφάλαιο περασμένων ετών φαίνεται να αποσυνδέεται από την καλή προαίρεση των ελεγκτικών οργάνων. Όπως έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθ. 884/2016 απόφασή του, κατά την δικαιολόγηση περιουσιακής προσαύξησης με εισοδήματα παρελθόντων ετών πρέπει να αφαιρείται το ποσό των τεκμαρτών δαπανών και μόνο ό,τι «περισσέψει» μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον φορολογούμενο. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, δηλαδή, δέχτηκε απερίφραστα την χρήση μη αναλωθέντων κεφαλαίων περασμένων χρήσεων για την δικαιολόγηση περιουσιακών προσαυξήσεων, θέτοντας ως μόνο όρο την αφαίρεση από τα φορολογηθέντα εισοδήματα των τεκμαρτών δαπανών που ορίζει ο νόμος.

Αυτή, άλλωστε, είναι και η επίσημη θέση της Διοίκησης, που θέτει επιπλέον ως προϋπόθεση για την αποδοχή σχετικού ισχυρισμού την επίκληση εκ μέρους του φορολογούμενου συνεχόμενων ετών που να φτάνουν μέχρι και το προηγούμενο του έτους εντός του οποίου εντοπίστηκε η προσαύξηση περιουσίας (ΠΟΛ.1033/21.2.2013).

Ευλόγως, βέβαια, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός των ελεγχόμενων φορολογούμενων δύναται να αφορά μόνο τυχόν ανώνυμες καταθέσεις στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, ή επώνυμες μεν, οι οποίες ωστόσο έγιναν από τον ίδιο τον ελεγχόμενο ή μέλη της οικογένειάς του. Ακόμα και έτσι, όμως, πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά πλήθος φορολογούμενων οι οποίοι για διάφορους λόγους διατηρούσαν φορολογηθέντα χρηματικά ποσά εκτός τραπεζικού συστήματος που σταδιακά επανεισήγαγαν σ’ αυτό και αντιμετωπίζουν πλέον τον κίνδυνο να τους επιβληθούν δυσθεώρητα πρόστιμα.

Δήμητρα Παπαδοπούλου,
Δικηγόρος Llm