Δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου


Σημαντικό όπλο για την προάσπιση των συμφερόντων των εμπορικών αντιπροσώπων αποτελεί η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. α΄ του Π.Δ. 219/1991 κατά την οποία ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας να αξιώσει από τον αντιπροσωπευόμενο αποζημίωση πελατείας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η εν λόγω διάταξη.


  • Αναλογική εφαρμογή του Π.Δ. 219/1991 και σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο

Πλέον μετά τη θέσπιση του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν 3557/2007, προβλέπεται η αναλογική εφαρμογή του Π.Δ. 219/1991 και σε ορισμένες άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο και συγκεκριμένα α) στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν την παροχή υπηρεσιών και β) στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή. Επιπλέον, κατά τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων γίνεται δεκτή κατά περίπτωση αναλογική εφαρμογή του άρθρου 9 του Π.Δ. 219/1991 για το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας και σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, όπως λ.χ. σε συμβάσεις δικαιόχρησης (franchising), πρακτορείας ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, με βασικό κριτήριο τον βαθμό ένταξης του εμπορικού διαμεσολαβητή στην επιχειρηματική οργάνωση του προμηθευτή. (ΟλΑΠ 15/2013 NOMOS, ΟλΑΠ 16/2013 NOMOS)


  • Προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος

Η εν λόγω αξίωση γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται:

α) λύση της σύμβασης,

β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης,

γ) διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και

δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Βέβαια, στην άσκηση της εν λόγω αξίωσης τίθεται χρονικός περιορισμός, αφού εάν ο εμπορικός αντιπρόσωπος δεν γνωστοποιήσει εντός ενός έτους από τη λύση της σύμβασης στον αντιπροσωπευόμενο ότι προτίθεται να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα χάνει την αξίωση αποζημίωσης (άρθρο 9 παρ. 2 Π.Δ. 219/1991), «χωρίς ωστόσο να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις τους, τόσο για την κατ` αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από τον νόμο» (ΑΠ 1554/2008 NOMOS).


  • Τι είναι η αποζημίωση πελατείας και πώς υπολογίζεται

«Από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1991 συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ενός είδους εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό». (ΟλΑΠ 15/2013 ΝΟΜΟS, ΕφΑθ 318/2016 ΔΕΕ 7/2016 σ.920)

Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται ως βάση ο μέσος ετήσιος όρος των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος τα τελευταία πέντε έτη. Σε περίπτωση που η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση πελατείας υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της συγκεκριμένης περιόδου. (Π.Δ. 219/1991 αρ.9 παρ.1 περ. β΄)


  • Εξαιρέσεις από την επιδίκαση αποζημίωσης πελατείας

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος που θα λυθεί η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, διότι θεσπίζονται στο νόμο περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εμπορικός αντιπρόσωπος δε δικαιούται αποζημίωση πελατείας. Έτσι, δεν επιδικάζεται αποζημίωση πελατείας:

α) όταν η λύση της σύμβαση επέρχεται λόγω καταγγελίας από την πλευρά του αντιπροσωπευομένου που οφείλεται σε υπαιτιότητα του εμπορικού αντιπροσώπου

β) όταν η λύση της σύμβασης επέρχεται λόγω καταγγελίας από την πλευρά του εμπορικού αντιπροσώπου, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου και

γ) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά από συμφωνία με τον αντιπροσωπευόμενο εκχωρεί σε τρίτο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας (άρθρο 9 παρ. 3 Π.Δ. 219/1991).

Εμμανουέλα Ζηδιανάκη, Δικηγόρος
Μ.Δ.Ε. Αστικού Δικαίου