Επιχειρηματική ελευθερία ή απόρρητο της επικοινωνίας;


Πότε μπορεί ο εργοδότης να διαβάσει τα ηλεκτρονικά μηνύματα ή τα κείμενα ενός υπαλλήλου ή να παρακολουθήσει τη χρήση διαδικτύου; Μπορεί να το κάνει;

Το σίγουρο είναι ότι το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντη απάντηση. Μάλλον φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι απαιτείται να γίνεται στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την με αριθμό 1/2017 απόφασή του έκρινε ότι η συλλογή και επεξεργασία ηλεκτρονικών αρχείων (emails) από τον εργοδότη είναι καθ’ όλα θεμιτή διότι αποβλέπει στην προστασία των δικαιωμάτων, συμφερόντων της και την επιχειρηματική της ελευθερία (άρ. 5 παρ. 1  και 106 παρ.2 Συντάγματος) και στην διασφάλιση της εμπορικής πίστης και προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Η δε κατά τα άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ επίκληση των υπαλλήλων των δικαιωμάτων στην προσωπική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι αθέμιτη αφού προσβάλλει τα ως άνω δικαιώματα του εργοδότη. Άρα η ανάσυρση στοιχείων από τους εταιρικούς υπολογιστές των υπαλλήλων και η χρήση τους ενώπιον δικαστηρίου κρίθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι ήταν νόμιμη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην απόφαση αυτή παρουσιάζει η μειοψηφία σύμφωνα με την οποία τα σχετικά έγγραφα που αποκτήθηκαν και προσκομίστηκαν από την εργοδότρια για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα διότι η κάμψη του κανόνα της μη χρήσης αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν κατά παράβαση των άρθρων 19, 9 και 9Α του Σ. είναι συνταγματικώς επιτρεπτή μόνο σε ακραίες περιπτώσεις. Δηλαδή μόνο όταν η μη χρήση αυτών αποκλείει την απόδειξη γεγονότων και οδηγεί σε ιδιαίτερα σοβαρή προσβολή άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα απόδειξης βασανιστηρίων ή της αθωότητας κατηγορουμένου ιδίως για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, και μόνο εφόσον η εν λόγω προσβολή, λόγω της φύσης ή/και της βαρύτητάς της, συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της ανθρώπινης αξίας, η οποία προστατεύεται από τη θεμελιώδη και μη αναθεωρήσιμη (άρθρο 110 Σ.) διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Σ., που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Η δε πρωταρχικά προστατευόμενη από το Σύνταγμα αξία του ανθρώπου συνάπτεται άμεσα και άρρηκτα με την ελευθερία της επικοινωνίας, καθόσον (η αξία του ανθρώπου) εκφράζεται και πραγματώνεται μέσω αυτής. Η δικαστική αξιολόγηση και στάθμιση για τη συνδρομή ή μη στη συγκεκριμένη περίπτωση δικονομικής κατάστασης ανάγκης, που δικαιολογεί, κατ’ εξαίρεση, τη χρήση αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα, λόγω προσβολής της ανθρώπινης αξίας σε περίπτωση μη χρησιμοποίησής τους, πρέπει να γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η οποία καθιερώνεται ρητά με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ’ του Σ. και την οποία οφείλει να σέβεται κάθε περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων είτε προβλέπεται απευθείας από το Σ. είτε προβλέπεται από νόμο, υπέρ του οποίου υπάρχει συνταγματική επιφύλαξη.

Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, παραβιάστηκαν το απόρρητο της επικοινωνίας, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης του εργαζόμενου, με τη γνώση και απόκτηση από τον εργοδότη (και με τη γνώση όσων τρίτων συμμετείχαν στην ανάκτηση) του προαναφερόμενου πληροφοριακού υλικού, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για άρση του απορρήτου της επικοινωνίας. Συνακολούθως, τα σχετικά έγγραφα που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο και προσκομίστηκαν από τον  εργοδότη αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα.

Η γνώμη της μειοψηφίας φαίνεται να εναρμονίζεται περισσότερο με την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Barbulescu κατά Ρουμανίας (αρ. προσφυγής 61496/08). Η εν λόγω υπόθεση έφτασε ενώπιον της μείζονος σύνθεσης του ΕΔΔΑ, το οποίο διαφώνησε με τις προηγούμενες αποφάσεις, κρίνοντας (ψήφοι 11 υπέρ και 6 κατά) ότι εν προκειμένω υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή του Barbulescu (άρ. 8 ΕΣΔΑ). Η υπόθεση (Barbulescu v. Romania) ξεκινά το 2007, όταν μία εταιρεία στη Ρουμανία αποφάσισε να απολύσει τον εργαζόμενό της, κ. Barbulescu, έπειτα από παρακολούθηση των επικοινωνιών του μέσω του λογαριασμού Yahoο, Messenger, τον οποίο είχε δημιουργήσει, έπειτα από αίτημα της εταιρείας, προκειμένου να επικοινωνεί με πελάτες. Ο Barbulescu χρησιμοποίησε το λογαριασμό, πέρα από επαγγελματικούς, και για προσωπικούς σκοπούς, με αποτέλεσμα η εταιρεία να αποφασίσει την απόλυσή του. Βαρύνουσας σημασίας στην κρίση του ΕΔΔΑ ήταν τα εξής: α) κανένα δικαστήριο δεν εξέτασε τη σοβαρότητα των συνεπειών του ελέγχου, που ήταν η απόλυση, β) τα εθνικά δικαστήρια δεν διευκρίνισαν αν όταν ο εργοδότης κάλεσε τον προσφεύγοντα για εξηγήσεις είχε ήδη αποκτήσει πρόσβαση στα επίμαχα μέσα επικοινωνίας και γ) τα εθνικά δικαστήρια δεν διευκρίνισαν αν ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί σχετικά με το ενδεχόμενο παρακολούθησης των επικοινωνιών του, ούτε για την φύση και της έκταση της παρακολούθησης, ούτε για το βαθμό εισβολής στην ιδιωτική του ζωή.

Η απόφαση αυτή του ΕΔΔΑ ενώ φαινομενικά αφίσταται των προηγούμενων αποφάσεων του ΕΔΔΑ (Halford κατά ΗΒ και Copland κατά ΗΒ) στην πραγματικότητα εξειδικεύει σε ποιες περιπτώσεις η παρακολούθηση της επικοινωνίας του υπαλλήλου από τον εργοδότη είναι δικαιολογημένη και σε ποιες όχι. Διευκρινίζει δηλαδή που εμπίπτει η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών.

Δήμητρα Βίτσου, Δικηγόρος
ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου