Εθελουσία Δήλωση Εισοδημάτων — Ζητήματα κατά την εφαρμογή της


Τα προβλήματα που έχουν προκύψει στην εφαρμογή του νόμου για την εθελούσια δήλωση εισοδημάτων. Η εμπλοκή με δικαστικές εκκρεμότητες, οι συναλλαγές ακινήτων και οι ρυθμίσεις. Γράφει ο Μ. Μαρκουλάκος.


Με τον ν. 4446/2016 προβλέφθηκε η δυνατότητα εθελουσίας δήλωσης φόρων, τελών και εισφορών  για χρήσεις του παρελθόντος. Ήδη αποστέλλονται στους φορολογούμενους που έχουν εντολή ελέγχου (από το ΚΕΦΟΜΕΠ ή αλλού) τυποποιημένα σημειώματα βάσει των οποίων καλούνται όπως προβούν, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, στις αναγκαίες δηλώσεις εθελουσίας.

Κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας έχουν προκύψει τα εξής:

Πρώτον

Ο ν. 4446/2016 προέβλεπε ότι η προθεσμία για όσους επιθυμούν να κάνουν χρήση των ευεργετικών διατάξεων του ήταν η 31/3/2017 και με κάποια προσαύξηση η 31/5/2017. Επιπλέον, σε όσους φορολογούμενους είχαν σταλεί προσωρινές πράξεις μέχρι τη δημοσίευση του νόμου, η Φορολογική Αρχή όφειλε να απέχει από την έκδοση των οριστικών πράξεων μέχρι την 7/2/2017 (κατόπιν σχετικής παράτασης).

Όμως πολλές φορολογικές αρχές (ΔΟΥ) παρερμηνεύουν τις διατάξεις του νόμου, και δεν αποδέχονται δηλώσεις εθελουσίας που υποβάλλονται από φορολογούμενους που δηλώνουν ότι έχουν εκδοθεί σε βάρος τους προσωρινές πράξεις, αλλά δεν έχουν εκδοθεί οριστικές. Είναι απαραίτητο να δοθεί σχετική κατευθυντήρια γραμμή προς τις Φορολογικές Αρχές γιατί η ασάφεια αυτή προκαλεί μεγάλα προβλήματα και ενδεχομένως οδηγήσει φορολογούμενους στο να αδικηθούν επειδή δεν θα παραλάβει η ΔΟΥ τους τις σχετικές δηλώσεις. Η προθεσμία για όλους είναι η 31/5 εκτός αν κοινοποιηθούν νωρίτερα οριστικές πράξεις, όμως αυτό πρέπει να καταστεί σαφές

Δεύτερον

Με την κατάθεση των δηλώσεων εθελουσίας πρέπει να γίνει εκκαθάριση αυτών. Το σύστημα των εκκαθαρίσεων μόλις άνοιξε την Παρασκευή 3/2/2017 (τη 7/2/2017 εξέπνεε η αρχική προθεσμία), και προκύπτει πλέον το εξής παράλογο:

Με την εκκαθάριση της εθελουσίας, το ΚΕΦΟΜΕΠ ή η αρμόδια ΔΟΥ δύναται να περαιώσει την υπόθεση του φορολογουμένου (εφόσον έχουν εθελοντικώς δηλωθεί όλα τα σχετικά ποσά), όμως το ποσό από την εκκαθάριση των φόρων μπορεί να πληρωθεί είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις. Εάν πληρωθεί εφάπαξ όλα είναι απλά, η φορολογική αρχή θα κλείσει την υπόθεση.

Αν όμως είναι με δόσεις, δεδομένου ότι ο νόμος προβλέπει πως η μη τήρηση των όρων αποπληρωμής του ν. 4446/2016 συνεπάγεται έκπτωση από τα ευεργετήματά του (και χρέωση όλων των υπολοίπων προσαυξήσεων), τί θα κάνουν οι φορολογικές αρχές; Δηλαδή π.χ. το ΚΕΦΟΜΕΠ θα περαιώνει την υπόθεση, μη χρεώνοντας ποσά, ο φορολογούμενος θα πληρώνει τη ρύθμιση (μέσω taxis ή στην τοπική του ΔΟΥ), και αν χάσει τη ρύθμιση ποιος θα κάνει τη χρέωση των υπολοίπων προσαυξήσεων; Η τοπική ΔΟΥ ή το ΚΕΦΟΜΕΠ; Και ποιος θα ειδοποιήσει ποιον;

Και αν χάσει τη ρύθμιση αλλά ξαναρυθμίσει, ξαναχάσει τη δεύτερη ρύθμιση και ξαναρυθμίσει και την ξαναχάσει, ποιος θα παρακολουθεί ποιον και θα πράττει τί; Είναι ένα μεγάλο κενό στη νομοθεσία αυτό, το οποίο οδηγεί τις φορολογικές αρχές να απαιτούν εξόφληση των φόρων που προκύπτουν από την εθελουσία, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις να παραμείνουν ανοιχτές για μήνες ή χρόνια. Και βέβαια πιο μεγάλο είναι το πρόβλημα όταν ο φορολογούμενος δεν έχει κάνει εθελουσία δήλωση για όλα τα ποσά που του καταλογίζονται από τη φορολογική αρχή, οπότε εκεί τα πράγματα είναι ακόμη πιο αδιέξοδα, γιατί μπορεί να μην ολοκληρώνεται η υπόθεση για πολύ καιρό, ενώ μόνο ένα μέρος της βρίσκεται σε εκκρεμότητα.

Τρίτον

Απαιτείται η συνειδητοποίηση από τους φορολογουμένους πως για όποια έτη γίνει εθελουσία δήλωση, ανοίγει εκ νέου η παραγραφή του έτους. Επειδή εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των τροποποιητικών δηλώσεων, ένα έτος για το οποίο θα γίνει εθελούσια δήλωση, ακόμη και αν είναι παραγεγραμμένο, επανεκκινεί (νομίμως) η προθεσμία της παραγραφής για άλλα δέκα έτη. Χρειάζεται επομένως ιδιαίτερη προσοχή και αντίληψη πλείστων δεδομένων όταν κάνουμε εθελούσια δήλωση εισοδημάτων.

Τέταρτον

Υφίσταται μεγάλη αδικία μεταξύ όσων είχαν παραλάβει οριστικές πράξεις και εκκρεμούσαν οι προσφυγές τους ενώπιον της ΔΕΔ και των Δικαστηρίων, σε σχέση με όσους δεν είχαν παραλάβει. Πολλές υποθέσεις φορολογουμένων θα περαιώνονταν αν δινόταν η δυνατότητα από το Κράτος να μπορούν να κάνουν και αυτοί χρήση των διατάξεων του ν. 4446/2016, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν τις δικαστικές διαδικασίες αντί να τακτοποιούν τις υποθέσεις τους και να εισπράττει έσοδα το Κράτος (που ειδικά στις περιπτώσεις αυτές θα ήταν πιο σίγουρα ακόμα και από όσους είχαν λάβει προσωρινά σημειώματα, γιατί έχουν ήδη χρεωθεί και επιθυμούν όλος αυτός ο φορολογικός κυκεώνας Διοίκηση – ΔΕΔ - Δικαστήρια να τελειώσει).

Η μη συμμετοχή αυτών στη διαδικασία της εθελουσίας είναι σε βάρος όλων, κυρίως όμως είναι σε βάρος του του Κράτους που δεν εισπράττει χρήματα από την πιο διατεθειμένη (προς αποκάλυψη εισοδημάτων) κατηγορία φορολογουμένων.

Πέμπτον

Στις περιπτώσεις μεταβιβάσεων ακινήτων με ανακριβές τίμημα απαιτείται με το ν. 4446/2016 η δήλωση να προσυπογράφεται τόσο από τον αγοραστή όσο και από τον πωλητή. Αυτό δημιουργεί σημαντικά προβλήματα γιατί πολλές φορές ένας εκ των δύο δεν συναινεί.

Θα έπρεπε να δίδεται η ευκαιρία στους αντισυμβαλλόμενους να προβαίνουν σε μονομερείς δηλώσεις στα πλαίσια της εθελουσίας. Αλλωστε το κρίσιμο ζήτημα είναι η δήλωση της διαφοράς του τιμήματος μεταξύ εμπορικής και αντικειμενικής αξίας (εφόσον προκύπτει) εκ μέρους του πωλητή, που αποτελεί ενδεχομένως και προσαύξηση περιουσίας του, με δεδομένο ότι η διόρθωση συμβολαίου αντικειμενικά είναι προβληματική, αφού απαιτεί την συμφωνία των μερών η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις για διάφορους λόγους δεν ευδοκιμεί.

Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να προκομίζει ο εθελουσίως δηλών προς απόδειξη της συναλλαγής, να προσκομίζει στη ΔΟΥ τις επιταγές του υπερτιμήματος της αγοραπωλησίας του ακινήτου, και να καλείται ο αντισυμβαλλόμενος προς υποβολή ενστάσεων ή προς ανταπόδειξη ότι οι επιταγές αφορούν κάτι διαφορετικό αν μπορεί να το ισχυριστεί και αποδείξει.

Είναι μάλλον πολλές χιλιάδες οι πωλήσεις που έχουν γίνει με τον τρόπο αυτό (διαφορές αντικειμενικής – εμπορικής αξίας), και μόνο αν δοθεί η δυνατότητα σε έκαστο φορολογούμενο να δράσει μόνος του, θα έληγε αυτό το ζήτημα που βασανίζει πάρα πολλούς, εισπράττοντας παράλληλα το Κράτος τους δέοντες φόρους μεταβιβάσεων.

Πέραν τούτου,το συγκεκριμένο ζήτημα η πολιτεία πρέπει να το μελετήσει ακόμη περισσότερο και να δώσει εφικτή λύση, αφού η ίδια επί χρόνια αποδέχτηκε την κατάσταση αυτή και δεχόταν στο πλαίσιο αυτό τις μεταβιβάσεις ακινήτων με σύνταξη συμβολαίων βάσει της αντικειμενικής αξίας, λαμβάνοντας υπόψη σήμερα και τις ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις που αποκτά το όλο θέμα, αφού ως επί το πλείστον πρόκειται για αγορές πρώτης κατοικίας, οι οποίες εξοφλήθηκαν με την λήψη δανείων τα οποία στην πλειοψηφία τους δεν εξυπηρετούνται (κόκκινα). Ακόμη δεν και το υπερτίμημα καλυπτόταν με επισκευαστικά δάνεια (ενώ το κυρίως τίμημα με στεγαστικά).

Θα ήταν λύση να θεσμοθετηθεί ένας χαμηλός συντελεστής φόρου μεταβίβασης (3%) για τις υποθέσεις πριν το 2010 που ίσχυαν υψηλοί συντελεστές φορολογίας μεταβίβασης (10%, 11%) και έτσι να δοθεί η δυνατότητα να υποβάλλουν εθελουσία δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου είτε οι αγοραστές είτε οι πωλητές και να πληρώσουν 3% στη διαφορά μεταξύ της τότε αξίας του συμβολαίου και της αξίας που δηλώνουν σήμερα.


Ο Μιχάλης Μαρκουλάκος είναι Διευθύνων Εταίρος στη δικηγορική εταιρία «Ι. και Μ. Μαρκουλάκος και Συνεργάτες».