Πλημμελής παροχή επενδυτικών συμβουλών – Νομολογιακές εξελίξεις


Ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, μπορεί να αντίκειται στην καλή πίστη.


Ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους εντάσσεται στα κλασσικά προβλήματα του αστικού δικαίου αλλά αποκτά μεγάλη σημασία στις διαφορές που προκύπτουν λόγω πλημμελούς παροχής επενδυτικών συμβουλών διότι:

1ον η ωφέλεια (απόληψη τόκων) συνήθως δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός (πλημμελής παροχή επενδυτικών συμβουλών), δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός δεν είναι πρόσφορο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298) να παραγάγει το όφελος,

2ον όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος.

Όπως κρίθηκε πρόσφατα με την με αριθμό 244/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που επικύρωσε την εφετειακή με αριθμό 4841/2014 απόφαση:

«Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τόκων, που η ενάγουσα έλαβε ως απόδοση των επίδικων ομολόγων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, … καθόσον υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πράγματι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο διότι ναι μεν το ως άνω ποσό των 94.850 ευρώ αποτελεί κέρδος της αναιρεσίβλητης από τους ανωτέρω τίτλους, πλην όμως το κέρδος αυτό, (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτή υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου της, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στην αναιρεσίβλητη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία της τελευταίας. Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα».

Δήμητρα Βίτσου,
Δικηγόρος, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου