Τα δικαιώματα των επιβατών κατά την αερομεταφορά


Κατά την μετακίνησή μας με αεροπλάνο ενδέχεται να λάβουν χώρα αρκετά ατυχή περιστατικά, τα οποία αναμφισβήτητα δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του επιβάτη. Τέτοια περιστατικά, τα οποία τείνουν να είναι συνήθη στις μέρες μας, είναι η άρνηση της επιβίβασης λόγω «υπερπληρότητας» (overbooking), η ακύρωση της πτήσης, η αναιτιολόγητη καθυστέρηση αυτής αλλά και γεγονότα που έχουν να κάνουν με τις αποσκευές, όπως το να καθυστερήσουν, να χαθούν ή να υποστούν φθορά. Παρά τα όσα διατείνονται κατά καιρούς οι αεροπορικές εταιρείες, ο επιβάτης έχει δικαιώματα, τα οποία έχουν κατοχυρωθεί μέσω Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Διεθνών Συμβάσεων και τα οποία ο εκάστοτε αερομεταφορέας οφείλει να σέβεται.

Αρχικά, στα πλαίσια να εισαχθούν ομοιόμορφοι κανόνες δικαίου στην αερομεταφορά, η Διεθνής Σύμβαση του Μόντρεαλ που υπογράφηκε στις 28 Μαΐου 1999 έθεσε σαφή και συγκεκριμένα όρια ευθύνης σχετικά με την διεθνή αεροπορική μεταφορά επιβατών, αποσκευών και εμπορευμάτων. Σημειωτέον ότι για πρώτη φορά μία διεθνής σύμβαση προβλέπει ρητά την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης του αερομεταφορέα για την πρόκληση ζημίας στους συμβαλλομένους του, είτε είναι οι επιβάτες είτε οι αποστολείς ή οι παραλήπτες των εμπορευμάτων. Η ανωτέρω Διεθνής Σύμβαση κυρώθηκε και περαιτέρω ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον Νόμο 3006/2002, ενώ με την με αριθ. 2001/539 (ΕΚ) απόφαση της 05.04.2001 του Συμβουλίου της ΕΕ (βλ. σχετικά L 194/38 της 18ης.07.2001), κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ενσωματώθηκε στο ενωσιακό δίκαιο, μόνο όμως ως προς τα ζητήματα που αφορούν στην κοινοτική αερομεταφορά επιβατών και αποσκευών, ενώ δεν εφαρμόζεται στην κοινοτική αερομεταφορά εμπορευμάτων. Αυτά τα ζητήματα θα εξετάσουμε συνοπτικά στο παρόν, προκειμένου να διαπιστώσουμε ποια είναι τα δικαιώματα των επιβατών κατά την αερομεταφορά.

Καταστροφή, απώλεια, καθυστέρηση ή βλάβη αποσκευών

Εν πρώτοις, όσον αφορά τις αποσκευές και σύμφωνα με το άρθρο 17 της Διεθνούς Συμβάσεως του Μόντρεαλ, ο μεταφορέας ευθύνεται για τη ζηµία που προκαλείται σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας, ή βλάβης αποσκευών που είχαν περάσει από τον σχετικό έλεγχο, υπό τον όρο ότι το συµβάν που προκάλεσε την καταστροφή, την απώλεια ή τη βλάβη σημειώθηκε επί του αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια οιασδήποτε περιόδου κατά την οποία οι ελεγχθείσες αποσκευές ευρίσκοντο υπό την ευθύνη του μεταφορέα, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας εκείνου ή των πρακτόρων του. Ωστόσο, ο μεταφορέας δεν ευθύνεται στο μέτρο που η ζηµία προκλήθηκε εξ αιτίας ενδογενούς ελαττώματος, της ποιότητας ή ατέλειας της αποσκευής. Σε περίπτωση που οι αποσκευές, και ιδίως τα προσωπικά είδη, δεν έχουν περάσει από έλεγχο, ο μεταφορέας ευθύνεται εφόσον η ζηµία προκαλείται εξ υπαιτιότητάς του ή εξ υπαιτιότητας των υπαλλήλων ή των πρακτόρων του. Να σημειώσουμε ότι για τον αερομεταφορέα μία αποσκευή θεωρείται απολεσθείσα αφού παρέλθουν 21 ημέρες από την αναμενόμενη ημερομηνία άφιξής της.

Επιπλέον, στο άρθρο 19 της Συμβάσεως ορίζεται ότι ο αερομεταφορέας ευθύνεται για ζημία που προκλήθηκε λόγω καθυστέρησης των αποσκευών, εκτός εάν αποδείξει ότι ελήφθησαν όλα τα εύλογα μέτρα ή ότι ήταν αδύνατον να ληφθούν άλλα μέτρα. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις και σύμφωνα με το άρθρο 19, η ευθύνη του αερομεταφορέα περιορίζεται σε 1.000 Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα (περί τα 1.200 ευρώ), για κάθε επιβάτη, εκτός εάν ο επιβάτης, κατά την παράδοση των ελεγµένων αποσκευών στο μεταφορέα, υποβάλει ειδική δήλωση ασφαλιστικού συμφέροντος για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο περιορισμού και εφόσον καταβάλει, ενδεχομένως, συμπληρωματικό ποσό. Στην περίπτωση αυτή, ο μεταφορέας υποχρεούται για την καταβολή ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το δηλωθέν ποσό, εκτός εάν αποδείξει ότι το ποσό είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό ασφαλιστικό συμφέρον του επιβάτη για την παράδοση της αποσκευής στον τόπο προορισμού.

Σημειωτέον ότι σε περίπτωση φθοράς, καθυστέρησης, απώλειας ή καταστροφής αποσκευών, ο επιβάτης οφείλει να υποβάλει γραπτή καταγγελία στον αεροµεταφορέα το ταχύτερο δυνατό. Σε περίπτωση φθοράς αποσκευών που έχουν παραδοθεί κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων, ο επιβάτης οφείλει να υποβάλει γραπτή καταγγελία στον αεροµεταφορέα εντός επτά ηµερών, και σε περίπτωση καθυστέρησης εντός είκοσι μίας ηµερών, σε αµφότερες τις περιπτώσεις από την ηµεροµηνία κατά την οποία οι αποσκευές τέθηκαν στην διάθεση του επιβάτη.

Εν συνεχεία, με τον με αριθ. 261/2004 (ΕΚ) Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Φεβρουαρίου 2004 θεσπίστηκαν κοινοί κανόνες αποζημίωσης των επιβατών αεροπορικών μεταφορών καθώς και παροχή βοήθειας σε εκείνους που αντιμετωπίζουν άρνηση επιβίβασης, ματαίωση ή καθυστέρηση της πτήσης τους. Το πνεύμα του ευρωπαίου νομοθέτη ήταν να εξασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του επιβατικού κοινού και οι αερομεταφορείς να δρουν υπό εναρμονισμένους όρους εντός της ελεύθερης αγοράς. Στα πλαίσια αυτά, λοιπόν, εξεδόθη ο παρών Κανονισμός, ο οποίος θεσπίζει τα ελάχιστα δικαιώματα των επιβατών σε περίπτωση α) άρνησης επιβίβασής τους παρά τη θέλησή τους, β) ματαίωσης της πτήσης τους και γ) καθυστέρησης της πτήσης τους. Σημειωτέον ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε όλους τους επιβάτες αδιακρίτως αλλά σε όσους αναχωρούν από αερολιμένα στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο εφαρμόζεται η συνθήκη, σε όσους έχουν προορισμό έδαφος κράτους μέλους όπου εφαρμόζεται η συνθήκη, με κοινοτικό αερομεταφορέα, παρόλο που έχουν αναχωρήσει από αερολιμένα στο έδαφος τρίτης χώρας (εκτός εάν έχουν λάβει βοήθεια ή αποζημίωση από εκεί) και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν επιβεβαιωμένη κράτηση και έχουν εμφανισθεί εγκαίρως κατά τον έλεγχο εισιτηρίων, είτε δηλαδή στην ώρα που τους έχει υποδειχθεί είτε το αργότερο σαράντα πέντε λεπτά από την ώρα αναχώρησης (εάν δεν υπάρχει υποδειχθείσα ώρα).

Άρνηση επιβίβασης

Κατά τις περιπτώσεις όπου ο αερομεταφορέας εύλογα εκτιμήσει ότι θα προβεί σε άρνηση επιβίβασης, οφείλει κατ’ αρχήν να αναζητήσει επιβάτες – εθελοντές, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να παραιτηθούν από τις κρατήσεις τους. Σε αυτούς θα προσφέρει είτε το αντίτιμο του εισιτηρίου είτε τη μεταφορά τους με άλλη πτήση, αναλόγως τα συμφωνηθέντα. Εάν δεν εμφανισθούν «εθελοντές» και ο αερομεταφορέας αρνηθεί την επιβίβαση των επιβατών παρά τη θέλησή τους, τότε οφείλει να τους εξεύρει άλλη πτήση, να τους παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια (γεύματα, διανυκτέρευση και δύο τηλεφωνήματα-φαξ-μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) και να τους αποζημιώσει, καταβάλλοντάς τους το ποσό των 250 ευρώ για όλες τις πτήσεις έως και 1.500 χλμ, 400 ευρώ για ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1.500 χλμ και για τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1.500 χλμ και 3.500 χλμ και 600 ευρώ για πτήσεις που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις.

Ματαίωση πτήσης

Σε περίπτωση που η πτήση των επιβατών ματαιωθεί, εκείνοι δικαιούνται να λάβουν τη βοήθεια και την αποζημίωση που περιγράφηκε ανωτέρω, εκτός εάν i) έχουν πληροφορηθεί τη ματαίωση δύο εβδομάδες τουλάχιστον πριν από την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησης ή ii) ii) έχουν πληροφορηθεί τη µαταίωση µία έως δύο εβδοµάδες πριν από την προγραµµατισµένη ώρα αναχώρησης και τους προσφέρεται µεταφορά µε εναλλακτική πτήση, που τους επιτρέπει να φύγουν όχι περισσότερο από δύο ώρες νωρίτερα από την προγραµµατισµένη ώρα αναχώρησης και να φτάσουν στον τελικό τους προορισµό λιγότερο από τέσσερις ώρες µετά την προγραµµατισµένη ώρα άφιξης, ή iii) έχουν πληροφορηθεί τη µαταίωση λιγότερο από επτά ηµέρες πριν από την προγραµµατισµένη ώρα αναχώρησης και τους προσφέρεται µεταφορά µε άλλη πτήση, που τους επιτρέπει να φύγουν όχι περισσότερο από µία ώρα νωρίτερα από την προγραµµατισµένη ώρα αναχώρησης και να φτάσουν στον τελικό τους προορισµό λιγότερο από δύο ώρες µετά την προγραµµατισµένη ώρα άφιξης. Το βάρος απόδειξης σχετικά με το εάν και πότε έλαβε ο επιβάτης την σχετική ενημέρωση φέρει ο πραγματικός αερομεταφορέας, ο οποίος μάλιστα δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση εάν αποδείξει ότι η ματαίωση οφείλεται σε έκτακτες περιστάσεις που δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν, ακόμη και ένα είχε λάβει όλα τα εύλογα μέτρα.

Καθυστέρηση πτήσης

Σε περίπτωση καθυστέρησης ο επιβάτης έχει δικαίωμα να λάβει συγκεκριμένες παροχές από τον αερομεταφορέα, οι οποίες ποικίλουν αναλόγως με τις ώρες καθυστέρησης και με την απόσταση που πρόκειται να διανύσει αεροπορικώς. Συγκεκριμένα, όταν ο πραγματικός αερομεταφορέας εκτιµά εύλογα ότι µια πτήση θα έχει καθυστέρηση σε σχέση µε την προγραμματισμένη ώρα αναχώρησής της: α) δύο ώρες ή περισσότερο προκειμένου για όλες τις πτήσεις έως 1.500 χλμ, ή β) τρεις ώρες ή περισσότερο προκειμένου για όλες τις ενδοκοινοτικές πτήσεις άνω των 1.500 χλμ και για όλες τις άλλες πτήσεις μεταξύ 1.500 και 3.500 χλμ, ή γ) τέσσερις ώρες ή περισσότερο προκειμένου για πτήσεις που δεν εμπίπτουν στα στοιχεία α) ή β), οφείλει να παράσχει στους επιβάτες γεύματα και αναψυκτικά, αναλόγως με τον χρόνο αναμονής και δύο τηλεφωνήματα-τέλεξ ή φαξ-μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Σε περίπτωση που ο εύλογος χρόνος αναχώρησης είναι η επομένη της προγραμματισμένης πτήσης, τότε οφείλει να παράσχει στους επιβάτες, πλέον των ανωτέρων, διανυκτέρευση και μεταφορά τους από τον αερολιμένα στο κατάλυμα. Τέλος, εάν η καθυστέρηση υπερβαίνει τις 5 ώρες, παρέχεται στον επιβάτη η δυνατότητα να επιλέξει την εντός επτά ηµερών επιστροφή του πλήρους αντιτίµου του εισιτηρίου του, στην τιµή που το αγόρασε, για το µέρος ή τα µέρη του ταξιδιού που δεν πραγµατοποιήθηκαν και για το µέρος ή τα µέρη του ταξιδιού που ήδη πραγµατοποιήθηκαν, εφόσον η πτήση δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα σκοπό σε σχέση µε το αρχικό ταξιδιωτικό του σχέδιο, καθώς επίσης, αν συντρέχει η περίπτωση, πτήση επιστροφής στο αρχικό σηµείο αναχώρησής του το νωρίτερο δυνατόν.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης της πτήσης, η προαναφερθείσα Διεθνής Σύμβαση του Μόντρεαλ, στο με αριθ. 19 άρθρο της, προβλέπει ότι ο μεταφορέας ευθύνεται για τη ζηµία που προκαλείται εξ αιτίας της καθυστέρησης της αεροπορικής μεταφοράς επιβατών. Ωστόσο, ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για τη ζηµία που προκαλείται λόγω καθυστέρησης εάν αποδείξει ότι αυτός, οι υπάλληλοι και οι πράκτορές του έλαβαν όλα τα μέτρα τα οποία μπορούν να επιβάλλονται ευλόγως για να αποφευχθεί η ζηµία ή ότι ήταν αδύνατον σε αυτόν ή τους υπαλλήλους ή τους πράκτορές του να λάβουν τα εν λόγω μέτρα. Η ευθύνη του αυτή, μάλιστα, περιορίζεται στα 4.150 Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα (περί τις 5.000 ευρώ), εφόσον η εν λόγω καθυστέρηση έχει επιφέρει βλάβη στον επιβάτη.

Για εκτενέστερη επισκόπηση των νομοθετημάτων, βλ. σχετικώς https://www.eccgreece.gr/wp-content/uploads/2015/07/22001A0718-EL-Montreal-Convention.pdf, http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32002R0889&from=EL και http://eur-lex.europa.eu/resource.html?uri=cellar:439cd3a7-fd3c-4da7-8bf4-b0f60600c1d6.0003.02/DOC_1&format=PDF.

Αικατερίνη Η. Παπαδημητρίου
Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου