Έλεγχοι ΣΔΟΕ - ΚΕΦΟΜΕΠ


Έλεγχοι ΣΔΟΕ - ΚΕΦΟΜΕΠ

Σε μια προσπάθεια να υπάρξουν γρήγορες νίκες στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής και γρήγορα έσοδα στα άδεια ταμεία, το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ) και το Κέντρο Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) έχουν εξοπλιστεί με ενισχυμένες δυνατότητες ελέγχου των τραπεζικών καταθέσεων Ελλήνων φορολογουμένων. Το βασικότερο εργαλείο ελέγχου έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια η διάταξη περί προσαύξησης περιουσίας. Σε μία πολύ κρίσιμη εποχή ελλιπώς τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί του φορολογικού ελέγχου έβαλαν στο στόχαστρο φορολογούμενους ελέγχοντάς τους παράνομα και αναδρομικά και επιβάλλοντας δυσβάσταχτους και παράλογους φόρους και προσαυξήσεις.

Ωστόσο, το ελεγκτικό οπλοστάσιο είναι σαθρό και ως εκ τούτου ένας φορολογικός έλεγχος μπορεί και πρέπει με σωστούς χειρισμούς να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ήδη πριν φτάσει στο δικαστήριο.

Η εταιρία μας, έχοντας αποκτήσει ουσιαστική γνώση των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων και της πρακτικής των διαδικασιών ελέγχου, αναλαμβάνει με επιτυχία την εκπροσώπηση ελεγχόμενων φορολογουμένων (εταιριών και μη). Για το λόγο αυτό ακολουθούμε αυστηρή μεθοδολογική προσέγγιση καθώς τυχόν λανθασμένοι χειρισμοί «ακολουθούν» την υπόθεση και επιβαρύνουν την θέση του φορολογούμενου.

Τα στάδια χειρισμού της υπόθεσης είναι τα εξής:

1ον Απαιτείται η διασταύρωση και δικαιολόγηση των ελεγχόμενων τραπεζικών κινήσεων, μέσω πλέγματος νομικών διατάξεων, λογιστικών τεχνικών και φορολογικών διεξόδων. Ενδεικτικά:

  • τυχόν χρηματικά ποσά που υπήρχαν στους λογαριασμούς του ελεγχόμενου με ημερομηνία 31.12.1999 δεν ελέγχονται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ανάλωση κεφαλαίου
  • τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από δανειακές συμβάσεις ή συμβάσεις δωρεών αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Προ της 1.4.2008 οι δωρεές είχαν φόρο 0% μεταξύ συγγενών α’ βαθμού (με κλίμακα από κάποιο ποσό και άνω) ενώ από την 1.4.2008 κι εφεξής έχουν φόρο 10%.
  • τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από μισθώσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης
  • τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από πωλήσεις ακινήτων αφαιρούνται και τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης. Είναι δε εφικτό, αν έχει γίνει υποτιμολόγηση κατά την αγοραπωλησία ενός ακινήτου, να γίνει διόρθωση συμβολαίου και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα μόνο 3%. Κατά τον τρόπο αυτό δικαιολογείται στον πωλητή το επιπλέον ποσό που κατατέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς 
  • τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από λήξη προθεσμιακών καταθέσεων δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται
  • τυχόν χρηματικά πόσα που προέρχονται από πωλήσεις μετοχών, ομολόγων και άλλων άϋλων τίτλων (μέχρι το 2014) δεν φορολογούνται 
  • τυχόν χρηματικά ποσά που μεταφέρονται από άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται
  • τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από επαναπατρισμό κεφαλαίων δεν αποτελούν πρωτογενές εισόδημα και δεν φορολογούνται. 
  • περαιώσεις που τυχόν έχει κάνει ο φορολογούμενος δεν λαμβάνονται υπόψιν από τις φορολογικές αρχές, καθότι θεωρείται ότι υπάρχουν νεά επιβαρυντικά στοιχεία που προέκυψαν από το άνοιγμα λογαριασμών. Ασχέτως της βασιμότητας ή μη της συγκεκριμένης θέσης, η περαίωση σε κάθε περίπτωση διαδραματίζει ρόλο στην τελική χρέωση του φορολογούμενου, καθότι αντιμετωπίζεται ευμενώς 

2ον Σε επόμενο στάδιο, γίνεται έλεγχος των φορολογικών στοιχείων του ελεγχόμενου και τυχόν συνδικαιούχων των ελεγχόμενων τραπεζικών λογαριασμών, προκειμένου να διαμοιραστούν πρωτογενείς καταθέσεις που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν μέσω των διασταυρώσεων του πρώτου σταδίου. Με τον τρόπο αυτό, το ποσό που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί φορολογικά μειώνεται συντριπτικά και η φορολογική εικόνα του ελεγχόμενου είναι πλήρως αιτιολογημένη.

3ον Σε περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτές από τη Διοίκηση οι απόψεις του φορολογουμένου η υπόθεση θα ακολουθήσει την δικαστική οδό. Στο στάδιο αυτό υπάρχουν πολλά νομικά επιχειρήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε ολική ακύρωση του τυχόν προστίμου και των προσαυξήσεων. Μάλιστα ήδη οι δικαστικές αποφάσεις είναι άκρως ενθαρρυντικές προς την κατεύθυνση αυτή. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών αποφάσεις (2828/2015, 2829/2015, 2885/2015 ΔΕφΑθ) σε συνδυασμό με αποφάσεις που κρίνουν επί του ζητήματος της παραγραφής (π.χ. ΔΕφΧανίων 24/2013), ανατρέπουν ελλιπώς τεκμηριωμένους ισχυρισμούς του φορολογικού ελέγχου και θέτουν εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του ελεγκτικού οπλοστασίου της φορολογικής διοίκησης για τα χρόνια πριν από το 2010 ως προς όλες τις προβεβλημένες κατηγορίες υποθέσεων (προσαύξηση περιουσίας, λίστα Λαγκάρντ, offshore κ.λπ.). Εμπεδώνουν όμως τις αρχές του κράτους δικαίου σε μια πολύ κρίσιμη εποχή.

Ενδεικτικά:

  • Η διάταξη για την προσαύξηση της περιουσίας και τη φορολόγησή της εφαρμόζεται για την προσαύξηση που δημιουργήθηκε μετά τις 30.9.10. Πρόσφατα το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών ακύρωσε όλες τις πράξεις επιβολής φόρων, κρίνοντας ότι οι φορολογικές Αρχές έδωσαν διαφορετική έννοια στον ν.3888/2010 διευρύνοντας τη χρονική έκταση εφαρμογής του αναδρομικά. Καταλόγισε στις Αρχές ότι εσφαλμένα θεώρησαν πως μέσω της μεταφοράς χρημάτων στο εξωτερικό επήλθε προσαύξηση της περιουσίας που υπάγεται στη φορολόγηση του ν. 3888, διότι η προσαύξηση προέκυψε πριν από τις 30.9.10, δηλαδή πριν να αρχίσει να ισχύει ο ν. 3888.
  • Η μεταφορά χρημάτων σε τράπεζα του εξωτερικού, που αποτελεί μεμονωμένη τραπεζική συναλλαγή (έμβασμα), προϋποθέτει την ύπαρξη τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα και αποτελεί νόμιμο δικαίωμα διαχείρισης και προστασίας της περιουσίας του φορολογουμένου. Πρόσφατα με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι το εμβαζόμενο ποσό που σχηματίζεται από τη συλλογή καταθέσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στο πέρασμα του χρόνου, θεωρείται υπαρκτό και γνωστό κι επομένως δεν προέρχεται από άγνωστη αιτία ώστε να θεωρηθεί ως «αύξηση περιουσίας» (κατά την έννοια του ν. 3888/10) που προέκυψε μάλιστα μέσα στη χρονιά που έγινε η μεταφορά των χρημάτων. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί προσαύξηση περιουσίας η μεμονωμένη αυτή τραπεζική συναλλαγή, αν δεν συγκριθεί διεξοδικά με την προηγούμενη πραγματική ταμειακή κατάσταση του φορολογουμένου. Το Δικαστήριο ακύρωσε ως μη νόμιμες τις ενέργειες των φορολογικών Αρχών (ελέγχους, πρόστιμα, προσαυξήσεις κ.λπ.) κρίνοντας ότι όφειλε η Εφορία κατά τον έλεγχο των τραπεζικών καταθέσεων του φορολογουμένου να θεωρήσει ως δεδομένο και ανέλεγκτο, όσον αφορά την προέλευσή του, το ποσό που υπήρχε στον λογαριασμό πριν από τις 30.9.10.
  • Τα κεφάλαια τραπεζικών καταθέσεων που σχηματίζονται μετά την ημερομηνία αυτή (έναρξη του ν. 3888) κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από δηλωθέντα εισοδήματα, μπορούν να αποτελέσουν πλέον προσαύξηση περιουσίας, αφού κληθεί προηγουμένως ο φορολογούμενος και του δοθεί η δυνατότητα να τα δικαιολογήσει. Το ζήτημα αυτό κρίθηκε ήδη και μάλιστα τονίστηκε ότι το τεκμήριο του Ν. 3888/2010 σύμφωνα με το οποίο ο φορολογικός έλεγχος επέβαλε στον φορολογούμενο το βάρος απόδειξης της νομιμότητας των συναλλαγών του είναι ανίσχυρο για κεφάλαια που σχηματίσθηκαν πριν από τις 30.9.2010. Μόνον μετά τις 30.9.2010 (θέσπιση του Ν. 3888/2010) υφίσταται τεκμήριο ότι ο φορολογούμενος έχει φοροδιαφύγει το οποίο και μπορεί να δικαιολογηθεί.
  • Παρατηρείται συνήθως ότι στις πρωτογενείς καταθέσεις του ιδίου φορολογούμενου (ήτοι όχι τρίτων στο λογαριασμό του) η φορολογική αρχή καταχρηστικά και παράνομα δεν λαμβάνει υπόψιν τις αναλήψεις μετρητών που τυχόν έκανε ο φορολογούμενος ώστε να αντιλογίσει τις σχετικές καταθέσεις.
  • Το άνοιγμα λογαριασμών δεν αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο, αποτελεί απλώς μία διαδικαστική πράξη της φορολογικής αρχής. Αν γίνει μία αόριστη καταγγελία, η φορολογική αρχή προβαίνει (πλέον) σε άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών ακόμη και αν ο φορολογούμενος έχει περαιώσει τις σχετικές χρήσεις, κάτι εντελώς παράνομο. Διαφορετική είναι η περίπτωση που προέκυψε από διασταυρωτικούς ελέγχους λήψη εικονικών, πλαστών ή ανακριβών στοιχείων ή αν η καταγγελία είναι ορισμένη και αφορά σε κάποια συγκεκριμένη φορολογικά παραβατική συμπεριφοοά του ελεγχόμενου.
  • Παρότι έχουν παραγραφεί τα φορολογικά έτη πριν το 2008, το ΣΔΟΕ συνηθίζει να ανοίγει τραπεζικούς λογαριασμούς από 1.1.2000 μέχρι και το 2014. Έχει εξαιρετική σημασία ο χρόνος που «ανοίχτηκε» η εντολή ελέγχου του φορολογούμενου.
Δείτε όλες τις συχνές ερωταπαντήσεις εδώ:
Επειδή έχουν παραγραφεί τα έτη πριν την 1.1.2000, με βάση δύο εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών τυχόν χρηματικά ποσά ή κινητές αξίες (ομόλογα, μετοχές κλπ) που υφίσταντο κατατεθειμένα στους τραπεζικούς ή χρηματιστηριακούς λογαριασμούς του ελεγχόμενου με ημερομηνία 31.12.1999 μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς φορολογική ανάλωση.
Τυχόν χρηματικά ποσά που προέρχονται από δανειακές συμβάσεις τυγχάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης, από 1,2% έως 3,6% επί του κεφαλαίου. Δάνεια μεταξύ φυσικών προσώπων φορολογούνται με 3,6%, ενώ μεταξύ εταιρίας και μετόχων ή διαχειριστών αυτής με 1,2%.

Μεταξύ εταιρίας και φυσικών προσώπων δεν απαιτείται σύμβαση δανείου, αρκεί η σχετική λογιστική εγγραφή.

Μεταξύ φυσικών προσώπων η Φορολογική Διοίκηση απαιτεί σύμβαση δανείου με βεβαία χρονολογία, εκτός αν πιστοποιείται με μεταφορά κεφαλαίου εκατέρωθεν η δοσοληψία του κεφαλαίου (οπότε πρακτικά βεβαιώνεται με τη μεταφορά κεφαλαίου η χρονολογία των χρεοπιστώσεων). Εφόσον υπάρχει βεβαία χρονολογία ο έλεγχος κάνει δεκτές ακόμη και καταθέσεις μετρητών σε υλοποίηση σχετικών χρεοπιστώσεων δανείου.

Οι λογαριασμοί συνδικαιούχων έχουν το χαρακτηριστικό πως έκαστος συνδικαιούχος μπορεί να προβεί σε διαχειριστικές πράξεις για το σύνολο του ποσού, δίχως να απαιτείται σχετική έγκριση οποιουδήποτε άλλου εκ των συνδικαιούχων. Με βάση εγκυκλίους του Υπουργείου Οικονομικών, ο έλεγχος θεωρεί τεκμαρτά πως οι λογαριασμοί ανήκουν κατά ιδανικά μερίδια στους συνδικαιούχους εκτός αν ο έλεγχος ή οι ίδιοι οι φορολογούμενοι αποδείξουν το αντίθετο.

Π.χ. αν προσκομίσουν αντίγραφα όλων των παραστατικών που να προκύπτει ποιος είναι ο καταθέσας σε έκαστη πράξη, αν συνδικαιούχοι είναι τα τέκνα που είναι ανήλικοι, αν ένας εκ των συνδικαιούχων δεν έχει επαγγελματική δραστηριότητα και άρα δεν θα μπορούσε να έχει τεκμήριο κτήσεως εισοδήματος κ.ο.κ.

Προ της 1.4.2008 οι δωρεές σε χρήμα είχαν μέχρι τις 150.000ευρώ φόρο 0% μεταξύ συγγενών α’ βαθμού (με κλίμακα διαβάθμισης από το ποσό αυτό και άνω) ενώ από την 1.4.2008 κι εφεξής έχουν φόρο 10%. Δεν απαιτείται σύμβαση δωρεάς, αρκεί να βεβαιώνεται η χρονολογία των σχετικών χρηματικών καταβολών (π.χ. με μεταφορά κεφαλαίου μέσω Τράπεζας), περίπτωση στην οποία έχουμε άτυπη δωρεά.

Η μεταφορά από λογαριασμό τριών (3) συνδικαιούχων σε λογαριασμό κάποιων εξ αυτών είναι άτυπη δωρεά, στο βαθμό που α) δεν είναι προσωρινή η μεταφορά κεφαλαίου, β) ο «δωρητής» κατείχε φορολογικά (δηλαδή δικαιολογούσε) το 100% των χρημάτων και το δώρισε ατύπως στους άλλους δύο συνδικαιούχους.

Είναι εφικτό, αν έχει γίνει υποτιμολόγηση κατά την αγοραπωλησία ενός ακινήτου, να γίνει διόρθωση συμβολαίου (με νεότερο συμβόλαιο) και να πληρωθεί φόρος μεταβίβασης στο επιπλέον τίμημα μόνο 3%. Κατά τον τρόπο αυτό δικαιολογείται στον πωλητή το επιπλέον ποσό που κατατέθηκε στους τραπεζικούς του λογαριασμούς. 

Ζήτημα προκύπτει όταν ο αγοραστής δεν συναινεί προς κατάρτιση του τροποποιητικού συμβολαίου. Εφόσον το «μαύρο» τίμημα προκύπτει με τραπεζική επιταγή του αγοραστή την ίδια ημέρα με το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, τότε σύρεται η επιταγή στον αγοραστή και ο έλεγχος υποχρεούται  να λάβει υπόψη το ποσό αυτό του υπερτιμήματος. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος μεταβίβασης βαρύνει τον αγοραστή ενώ δεν φορολογείται με προσαύξηση περιουσίας ο πωλητής αφού είναι από γνωστή αιτία ήτοι την πώληση ακινήτου η οποία δεν φορολογείται. Αν είναι όμως το «μαύρο» τίμημα με μετρητά, ο έλεγχος των Φορολογικών Αρχών δυσκολεύεται να λάβει υπόψη του τα μετρητά και να βεβαιώσει ότι τα συγκεκριμένα μετρητά προέρχονται από τον αγοραστή. Απαιτείται έλεγχος στους λογαριασμούς του αγοραστή ώστε να προκύψει ισόποση ανάληψη αμέσως πρωτύτερα. 

Πρόβλημα υπάρχει όταν αγοραστής ή πωλητής είναι εταιρία. Το συμβόλαιο θεωρείται φορολογικό στοιχείο και, ως τέτοιο, εφόσον έχει καταχωρηθεί στα βιβλία της εταιρίας θεωρείται ανακριβές φορολογικό στοιχείο με βαρύτατες κυρώσεις. Συχνά ο φόρος παραβάσεων του ΚΒΣ (Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων) είναι πολύ επαχθέστερος του φόρου εισοδήματος.

Σαφώς, οι εργολάβοι ή εργολήπτριες εταιρίες φορολογούνται εξωλογιστικά με ειδικό συντελεστή στον τζίρο που κάνουν από την πώληση μίας οικοδομής. Είναι προφανές, πως έχουν συμφέρον οι εργολάβοι τα έσοδά τους σε έκαστη χρήση να φορολογούνται ως έσοδα από εργολαβικές αμοιβές, αφού εκεί φορολογούνται εξωλογιστικά στο 15% του μεικτού τους αποτελέσματος. Αν δεν έχουν ανοίξει βιβλία και στοιχεία στο 30% του μεικτού τους αποτελέσματος.

Α) Υπεραξία μετοχών (αγορές - πωλήσεις) αλλοδαπής προέλευσης

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

Φόρος Υπεραξίας

0%

0%

0%

0%

0%

0%

0%

0%

Φόρος Συναλλαγών

6‰

3

3

3

3

1,5‰

1,5‰

1,5‰

Έτος

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

Φόρος Υπεραξίας

0%

0%

0%

0%

0%

20%

15%

15%

Φόρος Συναλλαγών

1,5‰

1, 5‰

1,5‰

2

2

2

2

2

Β) Μερίσματα – Κουπόνια Ομολόγων – Τόκοι Καταθέσεων

Εφ’ όσον ωστόσο ελεγχθείτε από τη Φορολογική Αρχή –πέραν των ανωτέρω- ενδεχομένως τεθεί ζήτημα φορολόγησης μερισμάτων, κουπονιών ομολόγων και τόκων καταθέσεων. Έχουν σημασία οι όροι της διμερούς συμβάσεως αποφυγής διπλούς φορολογίας μεταξύ της Ελλάδος και της χώρας που είναι εισηγμένες οι μετοχές ή τα ομόλογα. Για τις ανάγκες του παρόντος, εφόσον τα ομόλογα και οι μετοχές είναι εισηγμένες στο αμερικάνικο χρηματιστήριο, τότε οι σχετικοί φόροι διαμορφώνονται ως αναλόγως : 

Μερίσματα Αλλοδαπής:

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

ΣΥΝΤ

20%

20%

20%

20%

20%

20%

20%

20%

Έτος

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

ΣΥΝΤ

20%

10%

Φ.π.

Φ.π.

Φ.π.

Φ.π.

Φ.π.

Φ.π.

Τοκομερίδιο (Κουπόνι) Ομολόγων Αλλοδαπής:

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

ΣΥΝΤ

20%

20%

20%

20%

20%

20%

20%

20%

Έτος

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

ΣΥΝΤ

10%

10%

10%

10%

10%

15%

15%

15%

Τόκοι Καταθέσεων Αλλοδαπής:

Έτος

2000

2001

2002

2003

2004

2005

2006

2007

ΣΥΝΤ

0%

0%

0%

0%

0%

10%

10%

10%

Έτος

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

ΣΥΝΤ

10%

10%

10%

10%

10%

15%

15%

15%


Στα φυσικά πρόσωπα μέχρι την 31.12.2014 δεν υφίστατο φόρος υπεραξίας στις πωλήσεις ακινήτων. Κατόπιν αυτού θεσμοθετήθηκε σχετικός φόρος (20%) ο οποίος έχει ανασταλεί μέχρι την 31.12.2016.

Η Φορολογική Αρχή συχνά επιβάλλει φόρο εισοδήματος του αρ. 28 του ν.2238/1994 στα φυσικά πρόσωπα που αγοράζουν και πωλούν ακίνητα, θεωρώντας ότι το κάνουν με σκοπό τον πορισμό του κέρδους. Πρακτικά θεωρεί ότι δεν είχαν ανοίξει ΚΑΔ (Κωδικό Άσκησης Δραστηριότητας) παρατύπως και πως αποκτούν εισόδημα που έγκειται στη διαφορά μεταξύ αξίας κτήσης ακινήτου με αξία πώλησης.

Οι υποθέσεις αυτές είναι μαχητές και απαιτούν μεγάλη εξειδίκευση στον τρόπο διαχείρισής τους. Ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα υπάρχουν όταν η αξία κτήσης είναι βασισμένη σε αντικειμενική αξία (π.χ. λόγω γονικής παροχής) και η αξία πώλησης στην εμπορική, όπου προκύπτει πλασματικό εισόδημα (πολύ) μεγαλύτερο του πραγματικού. Βεβαίως εσφαλμένως στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρείται εισόδημα, και όχι απλώς αξιοποίηση περιουσίας (καθότι μέχρι και το 2014 δεν υφίστατο φόρος υπεραξίας ώστε να φορολογηθεί η σχετική συναλλακτική συμπεριφορά).

Η Φορολογική Αρχή θεωρεί ότι δύναται να “διαρρήξει” τις περαιώσεις λόγω του ότι προέκυψαν εκ των υστέρων επιβαρυντικά στοιχεία. Αυτό είναι εσφαλμένο, γιατί πρώτα ανοίγει τους τραπεζικούς λογαριασμούς και μετά διαπιστώνει τα επιβαρυντικά στοιχεία.. . Άρα η εντολή ελέγχου είναι εσφαλμένη εξ αρχής. Αποφάσεις των Δικαστηρίων έχουν δικαιώσει σχετικώς τους φορολογούμενους, ειδικά όταν έχει γίνει περαίωση με τον ν. 3888/2010.
Για τη διαχειριστική περίοδο 1.1.1999 – 31.12.1999, το κατ’ άρθρο 84 παρ. 1 του ν. 2238/1994 δικαίωμα του Δημοσίου ίσχυσε μέχρι την 31.12.2005 και δεν παρετάθη από οποιονδήποτε νόμο. Η ανωτέρω ημερομηνία παραγραφής γίνεται δεκτή και από τη φορολογική διοίκηση, δεδομένου ότι σε σχετικές εγκυκλίους αναφέρεται ρητά ως το τελευταίο παραγεγραμμένο έτος . Άρα ναι, έχει παραγραφεί το 1999.

Η Διοίκηση ελέγχει κανονικά τα επίμαχα έτη. Τα Ελληνικά Δικαστήρια έχουν αποσπασματικά κρίνει ότι έχουν παραγραφεί. Ειδικότερα η νομική αντίληψη του θέματος είναι η εξής :
Για τις διαχειριστικές περιόδους 2000 έως και 2005 το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή φόρων και προστίμων υπέπιπτε κατ’ αρχήν σε παραγραφή ως εξής: i) για τη χρήση 2000 την 31.12.2006, ii) για την χρήση 2001 την 31.12.2007, iii) για την χρήση 2002 την 31.12.2008, iv) για την χρήση 2003 την 31.12.2009, v) για την χρήση 2004 την 31.12.2010 και vi) για την χρήση 2005 την 31.12.2011. 

Η ως άνω προθεσμία παραγραφής, ωστόσο, παρατάθηκε μόνο μία φορά για κάθε μία από τις ανωτέρω χρήσεις και δη ως εξής: i) για τη χρήση 2000 έως την 31.12.2008 (άρ. 11 Ν.3513/2006), ii) για την χρήση 2001 έως την 31.12.2008 (άρ. 11 Ν.3513/2006), iii) για την χρήση 2002 έως την 31.12.2009 (άρ. 29 Ν.3697/2008), iv) για την χρήση 2003 έως την 31.12.2010 (άρ. 10 Ν.3790/2009 και άρ. 82 Ν.3842/2010), v) για την χρήση 2004 έως την 31.12.2011 (άρ. 12 παρ. 7 Ν.3888/2010), και vi) για την χρήση 2005 έως την 31.12.2012 (άρ. 18 Ν.4002/2011).
Άρα άπασες οι χρήσεις παραγράφηκαν. Αναμένεται κρίση από το ΣτΕ για το ζήτημα αυτό, καθότι μέχρι στιγμής, υπάρχουν αποφάσεις μόνο Διοικητικών Εφετείων (που βεβαίως είναι εξαιρετικά θεμελιωμένες.

Μέχρι τον 9/2010 το βάρος απόδειξης το έχει η Φορολογική Αρχή, από τότε κι εντεύθεν το έχει ο φορολογούμενος. Ωστόσο δυνάμει της απόφασης του ΣτΕ 884/2016 (απόφαση που αφορά λογιστικό έλεγχο εμβασμάτων γνωστού καλλιτέχνη) η οποία ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις, κρίθηκε ότι το βάρος απόδειξης η Φορολογική Αρχή το υλοποιεί με το να καλεί το φορολογούμενο να εκθέσει τις απόψεις του, ενώ αξιολόγησε ότι οι πρωτογενείς πιστώσεις στο λογαριασμό του φορολογουμένου, ακόμη και όταν προέρχονται από τον ίδιο (και όχι από τρίτο) και αν δεν έχει διαπιστώσει ποια είναι η πηγή τους, στο βαθμό που δεν θα απαντήσει από που προέρχονται ο φορολογούμενος, δύνανται να θεωρηθούν εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα ή προσαύξηση περιουσίας.  Πρόκειται για μία απόφαση η οποία πλήττει τα συμφέροντα των φορολογουμένων και διαιωνίζει την ανασφάλεια δικαίου σε σχέση με τα παρελθόντα έτη αναφορικά με τη φορολόγηση αυτών.

Όμως ανάμεσα στις σκέψεις του Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ότι εφόσον επικαλείται ο φορολογούμενος ανάλωση κεφαλαίου από προηγούμενα έτη (τα οποία μπορεί να έχει είτε μετρητά είτε σε λογαριασμό ο φορολογούμενος) η Διοίκηση υποχρεούται να τα λάβει υπόψη. Αυτό είναι μία πολύ σημαντική θέση της νομολογίας, γιατί η Διοίκηση μέχρι πρότινος αν δεν ταυτιζόταν κάποια ανάληψη – κατάθεση δεν έκανε δεκτό τον αντιλογισμό και δεν δεχόταν ότι εισοδήματα προγενέστερων ετών δύνανται να έχουν κατατεθεί σε επόμενα έτη τοις μετρητοίς.

Η απόφαση του ΣτΕ συμπερασματικά συνοψίζεται με απλά λόγια ως εξής :
Βάρος απόδειξης έχει η Φορολογική αρχή προκειμένου να κρίνει αν οι ισχυρισμοί του φορολογουμένου κατά την κλήση του σε ακρόαση είναι βάσιμοι ή μη. Δεν αρκεί η αναιτιολόγητη θέση πως «ο έλεγχος δεν κάνει δεκτά» ή «πιστευτά τα σχετικά επιχειρήματα», ο έλεγχος πρέπει να αποδείξει ότι η πραγματικότητα είναι διαφορετική από αυτή που επικαλείται ο φορολογούμενος. Επομένως πρέπει η αξιολόγηση των σχετικών ζητημάτων να γίνεται από ιδιαίτερα έμπειρους φοροτέχνες δικηγόρους, ώστε να τοποθετούνται τα ζητήματα στη σωστή τους βάση, για να μπορεί να γίνει επίκλησή τους αργότερα στο Δικαστήριο.
  
Η φυσιολογική διαδικασία είναι να κληθεί ο φορολογούμενος σε ακρόαση επί τη βάσει ενός σημειώματος που θα του υποδεικνύει τις καταθέσεις στους λογαριασμούς του σε αντιδιαστολή με τα δηλωθέντα ανά έτος εισοδήματά του.
Εφόσον κριθεί από τις Φορολογικές Αρχές πως ο φορολογούμενος έχει αυξημένη φορολογική παραβατικότητα και το Δημόσιο θα εισπράξει μεγάλους φόρους, επιλαμβάνεται ο Οικονομικός Εισαγγελέας (ιδίως σε υποθέσεις που προέρχονται από λίστες εξωτερικού για τις οποίες υπάρχει εισαγγελική παραγγελία) και προβαίνει σε δέσμευση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του φορολογούμενου. Αυτό το βίαιο μέτρο λαμβάνεται για την προάσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ώστε να μην μπορεί ο φορολογούμενος να μεταβιβάσει/αποκρύψει περιουσία, και συνήθως επιβάλλεται προ της κοινοποίησης της σχετικής κλήσεως σε ακρόαση στο φορολογούμενο.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις πελατών μας που πληροφορήθηκαν ότι δεσμεύτηκαν οι λογαριασμοί τους γιατί κάποια πιστωτική ή χρεωστική κάρτα δεν λειτούργησε, απευθύνθηκαν στην Τράπεζά τους και τους ανακοίνωσαν ότι έχουν δεσμευθεί οι λογαριασμοί τους από τον Οικονομικό Εισαγγελία στα πλαίσια έρευνας για φοροδιαφυγή και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (μετά το 2011 η φοροδιαφυγή αποτελεί πρότερη άδικη πράξη ξεπλύματος). Στη συνέχεια καλούνται από την Αρμόδια Φορολογική Αρχή, και οι λογαριασμοί τους αποδεσμεύονται μόνο μετά το πέρας του ελέγχου.
Σημαντικό: Υπάρχει δυνατότητα να αποδεσμευτεί μέρος των λογαριασμών κατά τη διάρκεια του ελέγχου.
Ακόμη, πολλοί φορολογούμενοι μπορεί να ελεγχθούν αλλά να μην ενημερωθούν ποτέ, γιατί δεν προέκυψε κατά τον διασταυρωτικό έλεγχο της Φορολογικής Αρχής κάτι επιλήψιμο, οπότε και δεν θα τους κοινοποιηθεί σχετικώς το οτιδήποτε.

Κατ’ αρχάς, το μείζον ζήτημα είναι σε ποιο όνομα υπάρχει εντολή ελέγχου. Σε άλλες περιπτώσεις ο έλεγχος είναι λογιστικός (ανάλωση κεφαλαίων, τεκμήρια, εμβάσματα στο εξωτερικό κ.λπ.), ενώ σε άλλες περιπτώσεις είναι τραπεζικός («άνοιγμα» του συνόλου των τραπεζικών κινήσεων, χρεώσεων και πιστώσεων, από το έτος 2000 ή αργότερα), λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψιν έμμεσες τεχνικές ελέγχου.

Μέχρι στιγμής, εντολή ελέγχου δίνεται για τις εξής περιπτώσεις:

  • Φορολογούμενοι που βρίσκονται στις διάφορες λίστες Τραπεζών εξωτερικού. Είτε βρίσκονται στηλίστα UBS (Ρηνανίας – Βεστφαλίας) είτε στη λίστα HSBC (λίστα Λαγκάρντ) είτε σε άλλες, όσοι έχουν λογαριασμούς στις Τράπεζες αυτές κατά το χρόνο που ελήφθησαν τα διάφορα στοιχεία, δεν είναι de facto φοροφυγάδες, καθότι δεν είναι παράνομη η κατοχή των χρημάτων στο εξωτερικό. Με αφορμή ωστόσο το ότι βρίσκονται στις συγκεκριμένες λίστες θα ελεγχθούν φορολογικά (όχι απαραιτήτως για την κατοχή των συγκεκριμένων χρημάτων, αλλά γενικά) και θα ελεγχθούν οι τραπεζικοί τους λογαριασμοί ώστε να διαπιστωθεί αν έχουν φοροδιαφύγει ή όχι.
  • Αντίστοιχες λίστες αφορούν τους κατόχους σκαφών με ξένη σημαία (π.χ. ολλανδική) οι οποίες έχουν παραδοθεί από το εξωτερικό στην Ελλάδα.
  • Παραδόθηκε, επίσης, πρόσφατα από την Τράπεζα της Ελλάδος λίστα με όλους τους φορολογούμενους οι οποίοι από το 2014 κι εντεύθεν έκαναν εξαγωγή χρημάτων στο εξωτερικό με τη χρήση αμοιβαίων κεφαλαίων που αγόρασαν από Τράπεζες του εσωτερικού και μετέφεραν σε αλλοδαπό θεματοφύλακα. Η λίστα αυτή αφορά χιλιάδες φορολογούμενους, οι οποίου βάσει του σχεδιασμού του Υπουργείου Οικονομικών πρόκειται να ελεγχθούν εντός του επόμενου χρονικού διαστήματος.
  • Φορολογούμενοι που έκαναν εμβάσματα στο εξωτερικό την περίοδο 2009 – 2011. Όλοι έχουν κληθεί από τις κατά τόπον αρμόδιες ΔΟΥ για να παράσχουν σχετικά δικαιολογητικά επί τη βάσει μίας ψηφιακής εφαρμογής. Όσοι, με βάση τους ψηφιακούς υπολογισμούς του Υπουργείου Οικονομικών, δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν τα χρήματα, θα υπαχθούν επίσης σε έλεγχο. Τυχόν επαναπατρισμός των χρημάτων με ευνοϊκές νομοθεσίες (π.χ. πληρωμή 8% και διατήρησή τους στην αλλοδαπή ή εισαγωγή τους στην ημεδαπή, μέχρι το 2011) πρακτικά ακυρώνει τον έλεγχο.
  • Έχουν συνταχθεί, επίσης, διάφορες λίστες φορολογουμένων από ειδικούς του Υπουργείου Οικονομικών οι οποίες λαμβάνουν υπόψιν τα τραπεζικά υπόλοιπα στο τέλος κάθε έτους και τα αντιδιαστέλλουν προς τις φορολογικές δηλώσεις των φορολογουμένων. Μάλιστα, κατά το παρόν στάδιο γίνεται επεξεργασία συστήματος που λαμβάνει υπόψιν και τις κινήσεις εντός του ίδιου φορολογικού έτους ως τεκμήριο υψηλής φοροδοτικής ικανότητας, ενώ υπάρχουν και λίστες φορολογουμένων που έχουν κινήσεις άνω των 100.000ευρώ ετησίως, οι οποίες ωστόσο προς το παρόν δεν θεωρείται ότι πρέπει να ελεγχθούν (γιατί είναι χιλιάδες, ίσως πάνω από 60.000 φορολογούμενοι).
  • Φορολογούμενοι που έχουν καταγγελθεί από τρίτους και οι καταγγελίες κρίθηκαν ουσιώδεις. Σημειωτέον ότι δεν χρειάζεται να είναι ονομαστικές οι καταγγελίες (ούτε γίνεται επιβεβαίωση του καταγγέλλοντος με κάποιο τρόπο), αρκεί να θεωρηθούν από την Ειδική Επιτροπή Καταγγελιών ότι έχουν ουσιώδη αξία. Μάλιστα αν υπάρχει καταγγελία για το έτος π.χ. 2010 σε σχέση με ένα φορολογούμενο, η Επιτροπή συνήθως δίνει εντολή να «ανοίξουν» οι λογαριασμοί όλων των δυνητικά ελέγξιμων ετών του φορολογούμενου, ώστε να γίνει συνολικός έλεγχος και όχι στοχευμένος έλεγχος μόνο για το έτος που αφορά η καταγγελία.

Σημειωτέον ότι είναι καθοριστικής σημασίας επίσης το πότε δίνεται η εντολή ελέγχου, γιατί αν έχει δοθεί μετά την 31/12/2013, τότε ο έλεγχος για προσαύξηση περιουσίας (φορολογίας εισοδήματος) δεν μπορεί να επεκταθεί πριν το 2008 λόγω παραγραφής, και όσα χρήματα έχει κατατεθειμένα μέχρι τότε ο φορολογούμενος στους λογαριασμούς του λαμβάνονται υπόψιν ως τεκμαρτά φορολογημένα σε προγενέστερες χρήσεις.

Μέχρι πρότινος ο φορολογικός έλεγχος γινόταν και από το ΣΔΟΕ και από το ΚΕΦΟΜΕΠ. Πρόσφατα οι σχετικές αρμοδιότητες πέρασαν εξ’ ολοκλήρου στο ΚΕΦΟΜΕΠ (μαζί μεταφέρθηκαν και περίπου 4.000 υποθέσεις φορολογουμένων), όμως χιλιάδες υποθέσεις φορολογουμένων εκκρεμούν ακόμα στο ΣΔΟΕ (είτε γνωρίζουν οι φορολογούμενοι πως υπάρχει εντολή ελέγχου σε βάρος τους είτε όχι) εν αναμονή της αναδιάρθρωσης και της μελέτης για την οργάνωση για την διαχείρισή τους.