ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ > ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Η ανάγκη καταστολής της φοροδιαφυγής έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων των επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Οι έλεγχοι είναι πλέον περισσότερο αποτελεσματικοί, αλλά ταυτόχρονα και ασφυκτικοί για τις επιχειρήσεις, αφού οι φορολογικές αρχές (Δ.Ο.Υ., Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.) έχουν στη διάθεση τους ισχυρούς μηχανισμούς συλλογής και διασταύρωσης στοιχείων.

Ενδεικτικά, οι φορολογικές αρχές «ανοίγουν» τους τραπεζικούς λογαριασμούς της επιχείρησης και ελέγχουν τις κινήσεις, ανταλλάσουν δεδομένα με τραπεζικά ιδρύματα της αλλοδαπής όπου η επιχείρηση τηρεί χρήματα ή επενδύσεις, ελέγχουν τις συναλλαγές μεταξύ «συγγενικών» επιχειρήσεων, επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων, διακριβώνουν την εικονικότητα των ληφθέντων ή εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων και εκμεταλλεύονται σύνθετες λογιστικές μεθόδους για την διασταύρωση του πραγματικού ύψους των δηλωθέντων κερδών τους. Όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται επίσης από τις φορολογικές αρχές η σύνθετη μέθοδος των έμμεσων τεχνικών ελέγχου. Με αυτήν, προσδιορίζεται το εισόδημα της επιχείρησης συνδυαστικά με τα στοιχεία που οι φορολογικές αρχές έχουν στη διάθεσή τους σχετικά με την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τις συνθήκες λειτουργίας της. Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι οι αγορές, οι πωλήσεις, η πελατεία, το μικτό κέρδος, οι τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρεί η επιχείρηση, κ.ά..

Ένα από τα συνήθη ζητήματα που απασχολεί τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις είναι η περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται η έκδοση ή η λήψη εικονικών ή πλαστών τιμολογίων. Στις περιπτώσεις αυτές, η επιχείρηση έρχεται αντιμέτωπη με την επιβολή υψηλών φόρων και προστίμων και ο νόμιμος εκπρόσωπός της κινδυνεύει με ποινική δίωξη. Η αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών απαιτεί προσεκτικό και εξειδικευμένο χειρισμό, λόγω της βαρύτητας των φορολογικών και ποινικών κυρώσεων που προβλέπει η νομοθεσία.

Ήδη από την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου στην επιχείρηση, η συνδρομή ενός έμπειρου επαγγελματία είναι καίρια. Η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου απαιτεί εξειδικευμένες νομικές και λογιστικές γνώσεις, ενώ τυχόν λάθη που ενδεχομένως γίνουν κατά τα πρώτα στάδια του ελέγχου θα επιβαρύνουν την ελεγχόμενη επιχείρηση μέχρι το τέλος και είναι πιθανό να οδηγήσουν σε υπέρογκους φόρους και πρόστιμα.

Η εταιρεία μας στελεχώνεται από μία έμπειρη ομάδα δικηγόρων και λογιστών, οι οποίοι διαθέτουν εκτεταμένη εμπειρία σε φορολογικούς ελέγχους και παρέχουν αποτελεσματική υποστήριξη στους φορολογούμενους από τα πρώτα στάδια της ελεγκτικής διαδικασίας. Πρωταρχικός μας σκοπός αποτελεί ο συντομότερος τερματισμός του ελέγχου που θα απαλλάξει την ελεγχόμενη επιχείρηση από περιττά έξοδα χωρίς την ανάγκη προσφυγής στην δικαιοσύνη. Σε δεύτερο στάδιο, η ομάδα μας επικεντρώνεται στη διαγραφή ή μείωση των φόρων και προστίμων με ενδικοφανείς προσφυγές στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Τέλος, αναλαμβάνουμε την υποστήριξη των επιχειρήσεων στο τελευταίο στάδιο της άμυνάς τους στα διοικητικά δικαστήρια.

Συχνές Ερωτήσεις

Όχι, ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί σε οποιαδήποτε επιχείρηση, ανεξαρτήτως του τζίρου της.

Επιπλέον, ο φορολογούμενος μπορεί να ενημερωθεί για τη διενέργεια ελέγχου εις βάρος του με την κοινοποίηση του αιτήματος σύμφωνα με το άρ. 14 Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), με το οποίο η φορολογική αρχή του ζητά την παροχή έγγραφων πληροφοριών. Ενδεικτικά, με το αίτημα μπορεί να ζητηθεί η δικαιολόγηση δηλωθέντων εισοδημάτων, τυχόν χρημάτων και επενδύσεων που έχει ο φορολογούμενος στο εξωτερικό, αλλά και των χρηματικών κινήσεων που πραγματοποιήθηκαν στους τραπεζικούς του λογαριασμούς.

Με την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή του αιτήματος του άρ. 14 ΚΦΔ, γνωστοποιείται επίσης στον φορολογούμενο η δυνατότητα για υποβολή εκπροθέσμων φορολογικών δηλώσεων μέχρι την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, καθώς και ο προβλεπόμενος περιορισμός των σχετικών προστίμων σε περίπτωση άμεσης εξόφλησης.

Ναι. Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει την επιβολή προστίμων για ορισμένες παραβάσεις, οι οποίες δεν συνεπάγονται απαραίτητα τη διαφυγή πληρωμής φόρου από το φορολογούμενο. Ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων αποτελούν:

  • η υποβολή εκπρόθεσμης φορολογικής δήλωσης,
  • η μη ανταπόκριση σε αίτημα της φορολογικής διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
  • η μη γνωστοποίηση στη φορολογική διοίκηση του διορισμού του φορολογικού εκπροσώπου ενός φορολογουμένου,

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η οργάνωση μιας επιχείρησης κατά τρόπο ώστε η τελευταία να συμμορφώνεται με το γράμμα και το πνεύμα των φορολογικών διατάξεων είναι άκρως σημαντική και μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά έναντι ενός φορολογικού ελέγχου. Είναι πιθανό, δηλαδή, η φορολογική αρχή να προβεί σε προκαταρκτικό έλεγχο με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία της επιχείρησης και τις πληροφορίες των τραπεζικών της λογαριασμών, και, εφόσον πειστεί ότι δεν υπάρχουν υπόνοιες τελεσης φορολογικής παράβασης, να απέχει από την έκδοση εντολής ελέγχου σε βάρος της. Ακόμα όμως και αν εκκινήσει ο φορολογικός έλεγχος, η ορθή φορολογική και λογιστική οργάνωση της επιχείρησης θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη υποστήριξη κατά τη διάρκεια του, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε βεβιασμένους χειρισμούς και με αποτέλεσμα την άμεση ολοκλήρωση του ελέγχου και την αποφυγή πληρωμής υπέρογκων φόρων και προστίμων.

Η επιχείρηση στην οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα και φόροι σε συνέχεια φορολογικού ελέγχου, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση και διαγραφή τους. Ειδικότερα, πρέπει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών εντός 30 ημερών από την επίδοση σε αυτήν των οριστικών πράξεων επιβολής φόρων και προστίμων. Η ενδικοφανής προσφυγή συνιστά απαραίτητο στάδιο πριν την προσφυγή στη διοικητική δικαιοσύνη, κατά το οποίο η επιχείρηση πρέπει να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της.

Σε περίπτωση απορριπτικής απάντησης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή εάν εκείνη δεν απαντήσει μέσα σε 120 ημέρες από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής, η επιχείρηση μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απορριπτικής απάντησης ή από τη συμπλήρωση των ανωτέρω 120 ημερών.

Ο έλεγχος από τη φορολογική αρχή μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε επιχείρηση, ανεξαρτήτως εάν εκείνη φοροδιαφεύγει, ή όχι. Το ποιος θα κληθεί από την φορολογική αρχή για να αιτιολογήσει τα εισοδήματά του δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, ούτε θεμελιώνεται πάντοτε σε γεγονότα γνωστά στον φορολογούμενο. Ενδεικτικά, ένας φορολογικός έλεγχος μπορεί να εκκινήσει κατόπιν επώνυμης ή ανώνυμης καταγγελίας, επομένως σ’ αυτήν την περίπτωση η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν μπορεί να «προλάβει» την έναρξη του ελέγχου, αφού δεν θα μπορεί ευλόγως να γνωρίζει την ύπαρξη καταγγελίας σε βάρος της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η οργάνωση μιας επιχείρησης κατά τρόπο ώστε η τελευταία να συμμορφώνεται με το γράμμα και το πνεύμα των φορολογικών διατάξεων είναι άκρως σημαντική και μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά έναντι ενός φορολογικού ελέγχου. Είναι πιθανό, δηλαδή, η φορολογική αρχή να προβεί σε προκαταρκτικό έλεγχο με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία της επιχείρησης και τις πληροφορίες των τραπεζικών της λογαριασμών, και, εφόσον πειστεί ότι δεν υπάρχουν υπόνοιες τελεσης φορολογικής παράβασης, να απέχει από την έκδοση εντολής ελέγχου σε βάρος της. Ακόμα όμως και αν εκκινήσει ο φορολογικός έλεγχος, η ορθή φορολογική και λογιστική οργάνωση της επιχείρησης θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη υποστήριξη κατά τη διάρκεια του, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε βεβιασμένους χειρισμούς και με αποτέλεσμα την άμεση ολοκλήρωση του ελέγχου και την αποφυγή πληρωμής υπέρογκων φόρων και προστίμων.

Η φορολογική αρχή, στο πλαίσιο του διενεργούμενου από αυτήν ελέγχου, κοινοποιεί στην φορολογούμενη επιχείρηση αίτημα, με το οποίο της ζητάει να παρέχει εγγράφως πληροφορίες. Ενδεικτικά η φορολογική αρχή μπορεί να ζητήσει την δικαιολόγηση των δηλωθέντων εισοδημάτων και την απόδειξη των δαπανών της επιχείρησης, να ελέγξει τις συναλλαγές της με συνδεδεμένες επιχειρήσεις, να κάνει έλεγχο «κλειστής αποθήκης», να ζητήσει την ταυτοποίηση των χρηματικών κινήσεων που πραγματοποιήθηκαν στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, κ.ο.κ.. Η επιχείρηση, δια του εκπροσώπου της, απαντά στο αίτημα με υπομνήματα και προσκομίζοντας τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα, εντός προθεσμίας που της θέτει η φορολογική διοίκηση. Είναι πολύ κρίσιμη η σωστή εκπροσώπηση της ελεγχόμενης επιχείρησης κατά το στάδιο αυτό, ώστε να επεξηγηθούν πλήρως προς την ελεγκτική αρχή όλα όσα μπορεί να θεωρηθούν ύποπτα από τους ελεγκτές που χειρίζονται τον κάθε φορολογικό έλεγχο.

Στη συνέχεια, εφόσον η ελεγκτική αρχή δεχθεί τους ισχυρισμούς της επιχείρησης, ο έλεγχος ολοκληρώνεται και πληρώνονται τυχόν ποσά φόρων που ανακύπτουν. Υπάρχει περίπτωση φυσικά ο έλεγχος να ολοκληρωθεί χωρίς καμία χρέωση.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν η ελεγκτική αρχή δεν πείθεται από τους ισχυρισμούς της φορολογούμενης επιχείρησης και θεωρεί ότι αυτή έχει παραβεί την φορολογική νομοθεσία, της κοινοποιεί σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου μαζί με τον προσωρινό προσδιορισμό φόρου. Η φορολογούμενη επιχείρηση κατά το στάδιο αυτό απαντά εντός προθεσμίας 20 ημερών με τις έγγραφες εξηγήσεις της, οι οποίες πρέπει να είναι σαφείς και πλήρεις προκειμένου να επιτευχθεί η ανατροπή του προσωρινού προσδιορισμού φόρου. Έπειτα, η ελεγκτική αρχή επεξεργάζεται τις απόψεις που εξέθεσε η επιχείρηση και εκδίδει τυχόν οριστικές πράξεις επιβολής φόρων και προστίμων.

Κατά των πράξεων αυτών, η επιχείρηση πρέπει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών εντός 30 ημερών από την επίδοση τους. Η ενδικοφανής προσφυγή συνιστά απαραίτητο στάδιο πριν την προσφυγή στη διοικητική δικαιοσύνη, κατά το οποίο η φορολογούμενη επιχείρηση πρέπει να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της. Ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν σ’ αυτό το στάδιο δεν μπορούν παραδεκτώς να προβληθούν ενώπιον των δικαστηρίων.

Σε περίπτωση απορριπτικής απάντησης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή εάν εκείνη δεν απαντήσει μέσα σε 120 ημέρες από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής, η επιχείρηση μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απορριπτικής απάντησης ή από τη συμπλήρωση των ανωτέρω 120 ημερών.

Οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου συνιστούν μία από τις μεθόδους που έχει στην διάθεσή της η ελεγκτική φορολογική αρχή για τον υπολογισμό του εισοδήματος της ελεγχόμενης επιχείρησης. Με την συγκεκριμένη μέθοδο προσδιορίζεται το εισόδημα της επιχείρησης συνδυαστικά με τα στοιχεία που η ελεγκτική αρχή έχει στη διάθεσή της σχετικά με την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης. Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι οι αγορές, οι πωλήσεις, η πελατεία, το μικτό κέρδος, οι τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρεί η επιχείρηση, κ.ά..

Η μέθοδος των έμμεσων τεχνικών προκειμένου να προσδιορισθεί το εισόδημα μιας επιχείρησης, επιλέγεται από τη φορολογική αρχή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή
  • όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή
  • όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από σχετική πρόσκληση.

Επιπλέον, ειδικώς ως προς τα φυσικά πρόσωπα, το εισόδημά τους, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί επίσης να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος τους δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημά τους.

Ναι, ο έλεγχος μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να χρειαστεί η προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση που η ελεγκτική αρχή δεχθεί τους ισχυρισμούς της φορολογούμενης επιχείρησης, οπότε και ο έλεγχος ολοκληρώνεται και πληρώνονται τυχόν ποσά φόρων που ανακύπτουν. Υπάρχει περίπτωση φυσικά ο έλεγχος να ολοκληρωθεί χωρίς καμία χρέωση.

Επιπλέον, ο έλεγχος μπορεί να ολοκληρωθεί εφόσον η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εκδώσει θετική απόφαση υπέρ της φορολογούμενης επιχείρησης μετά την άσκηση της προβλεπόμενης ενδικοφανούς προσφυγής.

Η φορολογική αρχή μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρήσει ότι κάποιες συναλλαγές που διενεργήθηκαν μεταξύ επιχειρήσεων είναι παράνομες και να επιβάλει επιπλέον φόρους και πρόστιμα.

Για παράδειγμα, διαπιστώθηκε και αποδείχθηκε από τη φορολογική αρχή η ύπαρξη τεχνητής διευθέτησης μεταξύ μίας ομόρρυθμης εταιρείας και μιας όμορης ατομικής επιχείρησης, με σκοπό τη μετατόπιση φορολογητέου εισοδήματος από την ομόρρυθμη εταιρεία στην ατομική επιχείρηση και την αποφυγή φόρου, δεδομένου ότι ο φορολογικός συντελεστής για την ομόρρυθμη εταιρεία ήταν διπλάσιος συγκριτικά με το φορολογικό συντελεστή για την ατομική επιχείρηση (υπ’ αριθ. 200/2020 απόφαση ΔΕΔ Θεσσαλονίκης).

Σε άλλη περίπτωση, η φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες φορολογούμενοι, ως ασκούντες απόλυτο μετοχικό έλεγχο σε εταιρεία, προέβησαν σε σειρά «διευθετήσεων» κατά τον εταιρικό και φορολογικό χειρισμό των κερδών και του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι οποίες δεν συνάδουν με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική και οδηγούν στην αλληλοαντιστάθμιση ή αλλοληακύρωσή τους, με σκοπό την αποφυγή πληρωμής φόρου μερισμάτων. Ειδικότερα, η ελεγκτική αρχή έκρινε ότι η διενεργηθείσα μείωση κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες μεταβολές στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης, αποτελούσε διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων, οι οποίες αφενός δεν συνάδουν με την συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά και αφετέρου οι μεταβολές που ακολούθησαν στα ίδια κεφάλαια και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο της επιχείρησης μετά την μείωση κεφαλαίου είχαν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους (υπ’ αριθ. 1356/2020 απόφαση ΔΕΔ Αθηνών).

Οι ελληνικές φορολογικές αρχές διαθέτουν, κατ’ αρχήν, την εξουσία ελέγχου των εταιρειών που είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και όχι των αλλοδαπών εταιρειών, οι οποίες είναι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού και φορολογούνται εκεί. Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές μπορούν να ελέγξουν και να φορολογήσουν μία αλλοδαπή εταιρεία, εφόσον κρίνουν ότι στην πραγματικότητα η διοίκησή της ασκείται από την Ελλάδα.

Τα κριτήρια που θα εξετάσει η Φορολογική Διοίκηση για την διακρίβωση του τόπου της πραγματικής διοίκησης μιας αλλοδαπής εταιρείας είναι ιδίως:

  • ο τόπος άσκησης της καθημερινής διοίκησης,
  • ο τόπος λήψης των στρατηγικών αποφάσεων,
  • ο τόπος πραγματοποίησης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή εταίρων,
  • ο τόπος τήρησης των βιβλίων και στοιχείων,
  • ο τόπος συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και
  • η κατοικία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν η έδρα μιας εταιρείας βρίσκεται τυπικά σε χώρα του εξωτερικού, η φορολογική αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι η εταιρεία αυτή είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, αφού διακριβώσει ότι η πραγματική της διοίκηση είναι στην Ελλάδα. Στο συμπέρασμα αυτό θα οδηγηθεί συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες λειτουργίας της εταιρείας, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι μισθώνει τυπικά ένα γραφείο στην αλλοδαπή χωρίς να λειτουργεί εκεί, οι αποφάσεις των οργάνων της λαμβάνονται στην Ελλάδα, τηρεί τα βιβλία της στην Ελλάδα και δεν απασχολεί υπαλλήλους στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση αυτή, η εταιρεία θα φορολογηθεί με τους συντελεστές που προβλέπονται από το ελληνικό δίκαιο και θα πιστωθεί ο φόρος που τυχόν καταβλήθηκε στην αλλοδαπή.

Ναι, η φορολογική αρχή έχει την ευχέρεια να προβεί σε έλεγχο εταιρείας, ακόμη κι αν εκείνη έχει διακόψει τη λειτουργία της, εφόσον το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Συχνές Ερωτήσεις

Φορολογικός Έλεγχος Επιχειρήσεων

Η ανάγκη καταστολής της φοροδιαφυγής έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων των επιχειρήσεων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Οι έλεγχοι είναι πλέον περισσότερο αποτελεσματικοί, αλλά ταυτόχρονα και ασφυκτικοί για τις επιχειρήσεις, αφού οι φορολογικές αρχές (Δ.Ο.Υ., Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.) έχουν στη διάθεση τους ισχυρούς μηχανισμούς συλλογής και διασταύρωσης στοιχείων.

Ενδεικτικά, οι φορολογικές αρχές «ανοίγουν» τους τραπεζικούς λογαριασμούς της επιχείρησης και ελέγχουν τις κινήσεις, ανταλλάσουν δεδομένα με τραπεζικά ιδρύματα της αλλοδαπής όπου η επιχείρηση τηρεί χρήματα ή επενδύσεις, ελέγχουν τις συναλλαγές μεταξύ «συγγενικών» επιχειρήσεων, επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των βιβλίων και στοιχείων, διακριβώνουν την εικονικότητα των ληφθέντων ή εκδοθέντων φορολογικών στοιχείων και εκμεταλλεύονται σύνθετες λογιστικές μεθόδους για την διασταύρωση του πραγματικού ύψους των δηλωθέντων κερδών τους. Όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται επίσης από τις φορολογικές αρχές η σύνθετη μέθοδος των έμμεσων τεχνικών ελέγχου. Με αυτήν, προσδιορίζεται το εισόδημα της επιχείρησης συνδυαστικά με τα στοιχεία που οι φορολογικές αρχές έχουν στη διάθεσή τους σχετικά με την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τις συνθήκες λειτουργίας της. Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι οι αγορές, οι πωλήσεις, η πελατεία, το μικτό κέρδος, οι τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρεί η επιχείρηση, κ.ά..

Ένα από τα συνήθη ζητήματα που απασχολεί τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις είναι η περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται η έκδοση ή η λήψη εικονικών ή πλαστών τιμολογίων. Στις περιπτώσεις αυτές, η επιχείρηση έρχεται αντιμέτωπη με την επιβολή υψηλών φόρων και προστίμων και ο νόμιμος εκπρόσωπός της κινδυνεύει με ποινική δίωξη. Η αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών απαιτεί προσεκτικό και εξειδικευμένο χειρισμό, λόγω της βαρύτητας των φορολογικών και ποινικών κυρώσεων που προβλέπει η νομοθεσία.

Ήδη από την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου στην επιχείρηση, η συνδρομή ενός έμπειρου επαγγελματία είναι καίρια. Η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου απαιτεί εξειδικευμένες νομικές και λογιστικές γνώσεις, ενώ τυχόν λάθη που ενδεχομένως γίνουν κατά τα πρώτα στάδια του ελέγχου θα επιβαρύνουν την ελεγχόμενη επιχείρηση μέχρι το τέλος και είναι πιθανό να οδηγήσουν σε υπέρογκους φόρους και πρόστιμα.

Η εταιρεία μας στελεχώνεται από μία έμπειρη ομάδα δικηγόρων και λογιστών, οι οποίοι διαθέτουν εκτεταμένη εμπειρία σε φορολογικούς ελέγχους και παρέχουν αποτελεσματική υποστήριξη στους φορολογούμενους από τα πρώτα στάδια της ελεγκτικής διαδικασίας. Πρωταρχικός μας σκοπός αποτελεί ο συντομότερος τερματισμός του ελέγχου που θα απαλλάξει την ελεγχόμενη επιχείρηση από περιττά έξοδα χωρίς την ανάγκη προσφυγής στην δικαιοσύνη. Σε δεύτερο στάδιο, η ομάδα μας επικεντρώνεται στη διαγραφή ή μείωση των φόρων και προστίμων με ενδικοφανείς προσφυγές στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Τέλος, αναλαμβάνουμε την υποστήριξη των επιχειρήσεων στο τελευταίο στάδιο της άμυνάς τους στα διοικητικά δικαστήρια.

Συχνές Ερωτήσεις

Όχι, ο φορολογικός έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί σε οποιαδήποτε επιχείρηση, ανεξαρτήτως του τζίρου της.

Επιπλέον, ο φορολογούμενος μπορεί να ενημερωθεί για τη διενέργεια ελέγχου εις βάρος του με την κοινοποίηση του αιτήματος σύμφωνα με το άρ. 14 Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), με το οποίο η φορολογική αρχή του ζητά την παροχή έγγραφων πληροφοριών. Ενδεικτικά, με το αίτημα μπορεί να ζητηθεί η δικαιολόγηση δηλωθέντων εισοδημάτων, τυχόν χρημάτων και επενδύσεων που έχει ο φορολογούμενος στο εξωτερικό, αλλά και των χρηματικών κινήσεων που πραγματοποιήθηκαν στους τραπεζικούς του λογαριασμούς.

Με την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή του αιτήματος του άρ. 14 ΚΦΔ, γνωστοποιείται επίσης στον φορολογούμενο η δυνατότητα για υποβολή εκπροθέσμων φορολογικών δηλώσεων μέχρι την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, καθώς και ο προβλεπόμενος περιορισμός των σχετικών προστίμων σε περίπτωση άμεσης εξόφλησης.

Ναι. Ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει την επιβολή προστίμων για ορισμένες παραβάσεις, οι οποίες δεν συνεπάγονται απαραίτητα τη διαφυγή πληρωμής φόρου από το φορολογούμενο. Ενδεικτικά παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων αποτελούν:

  • η υποβολή εκπρόθεσμης φορολογικής δήλωσης,
  • η μη ανταπόκριση σε αίτημα της φορολογικής διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
  • η μη γνωστοποίηση στη φορολογική διοίκηση του διορισμού του φορολογικού εκπροσώπου ενός φορολογουμένου,

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η οργάνωση μιας επιχείρησης κατά τρόπο ώστε η τελευταία να συμμορφώνεται με το γράμμα και το πνεύμα των φορολογικών διατάξεων είναι άκρως σημαντική και μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά έναντι ενός φορολογικού ελέγχου. Είναι πιθανό, δηλαδή, η φορολογική αρχή να προβεί σε προκαταρκτικό έλεγχο με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία της επιχείρησης και τις πληροφορίες των τραπεζικών της λογαριασμών, και, εφόσον πειστεί ότι δεν υπάρχουν υπόνοιες τελεσης φορολογικής παράβασης, να απέχει από την έκδοση εντολής ελέγχου σε βάρος της. Ακόμα όμως και αν εκκινήσει ο φορολογικός έλεγχος, η ορθή φορολογική και λογιστική οργάνωση της επιχείρησης θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη υποστήριξη κατά τη διάρκεια του, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε βεβιασμένους χειρισμούς και με αποτέλεσμα την άμεση ολοκλήρωση του ελέγχου και την αποφυγή πληρωμής υπέρογκων φόρων και προστίμων.

Η επιχείρηση στην οποία επιβλήθηκαν πρόστιμα και φόροι σε συνέχεια φορολογικού ελέγχου, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την ακύρωση και διαγραφή τους. Ειδικότερα, πρέπει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών εντός 30 ημερών από την επίδοση σε αυτήν των οριστικών πράξεων επιβολής φόρων και προστίμων. Η ενδικοφανής προσφυγή συνιστά απαραίτητο στάδιο πριν την προσφυγή στη διοικητική δικαιοσύνη, κατά το οποίο η επιχείρηση πρέπει να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της.

Σε περίπτωση απορριπτικής απάντησης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή εάν εκείνη δεν απαντήσει μέσα σε 120 ημέρες από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής, η επιχείρηση μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απορριπτικής απάντησης ή από τη συμπλήρωση των ανωτέρω 120 ημερών.

Ο έλεγχος από τη φορολογική αρχή μπορεί να γίνει σε οποιαδήποτε επιχείρηση, ανεξαρτήτως εάν εκείνη φοροδιαφεύγει, ή όχι. Το ποιος θα κληθεί από την φορολογική αρχή για να αιτιολογήσει τα εισοδήματά του δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, ούτε θεμελιώνεται πάντοτε σε γεγονότα γνωστά στον φορολογούμενο. Ενδεικτικά, ένας φορολογικός έλεγχος μπορεί να εκκινήσει κατόπιν επώνυμης ή ανώνυμης καταγγελίας, επομένως σ’ αυτήν την περίπτωση η ελεγχόμενη επιχείρηση δεν μπορεί να «προλάβει» την έναρξη του ελέγχου, αφού δεν θα μπορεί ευλόγως να γνωρίζει την ύπαρξη καταγγελίας σε βάρος της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η οργάνωση μιας επιχείρησης κατά τρόπο ώστε η τελευταία να συμμορφώνεται με το γράμμα και το πνεύμα των φορολογικών διατάξεων είναι άκρως σημαντική και μπορεί να λειτουργήσει προληπτικά έναντι ενός φορολογικού ελέγχου. Είναι πιθανό, δηλαδή, η φορολογική αρχή να προβεί σε προκαταρκτικό έλεγχο με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία της επιχείρησης και τις πληροφορίες των τραπεζικών της λογαριασμών, και, εφόσον πειστεί ότι δεν υπάρχουν υπόνοιες τελεσης φορολογικής παράβασης, να απέχει από την έκδοση εντολής ελέγχου σε βάρος της. Ακόμα όμως και αν εκκινήσει ο φορολογικός έλεγχος, η ορθή φορολογική και λογιστική οργάνωση της επιχείρησης θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη υποστήριξη κατά τη διάρκεια του, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε βεβιασμένους χειρισμούς και με αποτέλεσμα την άμεση ολοκλήρωση του ελέγχου και την αποφυγή πληρωμής υπέρογκων φόρων και προστίμων.

Η φορολογική αρχή, στο πλαίσιο του διενεργούμενου από αυτήν ελέγχου, κοινοποιεί στην φορολογούμενη επιχείρηση αίτημα, με το οποίο της ζητάει να παρέχει εγγράφως πληροφορίες. Ενδεικτικά η φορολογική αρχή μπορεί να ζητήσει την δικαιολόγηση των δηλωθέντων εισοδημάτων και την απόδειξη των δαπανών της επιχείρησης, να ελέγξει τις συναλλαγές της με συνδεδεμένες επιχειρήσεις, να κάνει έλεγχο «κλειστής αποθήκης», να ζητήσει την ταυτοποίηση των χρηματικών κινήσεων που πραγματοποιήθηκαν στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, κ.ο.κ.. Η επιχείρηση, δια του εκπροσώπου της, απαντά στο αίτημα με υπομνήματα και προσκομίζοντας τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα, εντός προθεσμίας που της θέτει η φορολογική διοίκηση. Είναι πολύ κρίσιμη η σωστή εκπροσώπηση της ελεγχόμενης επιχείρησης κατά το στάδιο αυτό, ώστε να επεξηγηθούν πλήρως προς την ελεγκτική αρχή όλα όσα μπορεί να θεωρηθούν ύποπτα από τους ελεγκτές που χειρίζονται τον κάθε φορολογικό έλεγχο.

Στη συνέχεια, εφόσον η ελεγκτική αρχή δεχθεί τους ισχυρισμούς της επιχείρησης, ο έλεγχος ολοκληρώνεται και πληρώνονται τυχόν ποσά φόρων που ανακύπτουν. Υπάρχει περίπτωση φυσικά ο έλεγχος να ολοκληρωθεί χωρίς καμία χρέωση.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν η ελεγκτική αρχή δεν πείθεται από τους ισχυρισμούς της φορολογούμενης επιχείρησης και θεωρεί ότι αυτή έχει παραβεί την φορολογική νομοθεσία, της κοινοποιεί σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου μαζί με τον προσωρινό προσδιορισμό φόρου. Η φορολογούμενη επιχείρηση κατά το στάδιο αυτό απαντά εντός προθεσμίας 20 ημερών με τις έγγραφες εξηγήσεις της, οι οποίες πρέπει να είναι σαφείς και πλήρεις προκειμένου να επιτευχθεί η ανατροπή του προσωρινού προσδιορισμού φόρου. Έπειτα, η ελεγκτική αρχή επεξεργάζεται τις απόψεις που εξέθεσε η επιχείρηση και εκδίδει τυχόν οριστικές πράξεις επιβολής φόρων και προστίμων.

Κατά των πράξεων αυτών, η επιχείρηση πρέπει να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών εντός 30 ημερών από την επίδοση τους. Η ενδικοφανής προσφυγή συνιστά απαραίτητο στάδιο πριν την προσφυγή στη διοικητική δικαιοσύνη, κατά το οποίο η φορολογούμενη επιχείρηση πρέπει να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της. Ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν σ’ αυτό το στάδιο δεν μπορούν παραδεκτώς να προβληθούν ενώπιον των δικαστηρίων.

Σε περίπτωση απορριπτικής απάντησης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή εάν εκείνη δεν απαντήσει μέσα σε 120 ημέρες από την κατάθεση της ενδικοφανούς προσφυγής, η επιχείρηση μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απορριπτικής απάντησης ή από τη συμπλήρωση των ανωτέρω 120 ημερών.

Οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου συνιστούν μία από τις μεθόδους που έχει στην διάθεσή της η ελεγκτική φορολογική αρχή για τον υπολογισμό του εισοδήματος της ελεγχόμενης επιχείρησης. Με την συγκεκριμένη μέθοδο προσδιορίζεται το εισόδημα της επιχείρησης συνδυαστικά με τα στοιχεία που η ελεγκτική αρχή έχει στη διάθεσή της σχετικά με την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης. Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι οι αγορές, οι πωλήσεις, η πελατεία, το μικτό κέρδος, οι τραπεζικοί λογαριασμοί που διατηρεί η επιχείρηση, κ.ά..

Η μέθοδος των έμμεσων τεχνικών προκειμένου να προσδιορισθεί το εισόδημα μιας επιχείρησης, επιλέγεται από τη φορολογική αρχή στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • όταν τα λογιστικά αρχεία δεν τηρούνται ή οι οικονομικές καταστάσεις δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον νόμο για τα λογιστικά πρότυπα, ή
  • όταν τα φορολογικά στοιχεία ή τα λοιπά προβλεπόμενα σχετικά δικαιολογητικά δεν συντάσσονται σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ή
  • όταν τα λογιστικά αρχεία ή φορολογικά στοιχεία δεν προσκομίζονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από σχετική πρόσκληση.

Επιπλέον, ειδικώς ως προς τα φυσικά πρόσωπα, το εισόδημά τους, ανεξαρτήτως αν προέρχεται από άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, μπορεί επίσης να προσδιορίζεται με βάση κάθε διαθέσιμο στοιχείο ή έμμεσες μεθόδους ελέγχου, όταν το ποσό του δηλούμενου εισοδήματος τους δεν επαρκεί για την κάλυψη των προσωπικών δαπανών διαβίωσης ή στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει προσαύξηση περιουσίας η οποία δεν καλύπτεται από το δηλούμενο εισόδημά τους.

Ναι, ο έλεγχος μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να χρειαστεί η προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση που η ελεγκτική αρχή δεχθεί τους ισχυρισμούς της φορολογούμενης επιχείρησης, οπότε και ο έλεγχος ολοκληρώνεται και πληρώνονται τυχόν ποσά φόρων που ανακύπτουν. Υπάρχει περίπτωση φυσικά ο έλεγχος να ολοκληρωθεί χωρίς καμία χρέωση.

Επιπλέον, ο έλεγχος μπορεί να ολοκληρωθεί εφόσον η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών εκδώσει θετική απόφαση υπέρ της φορολογούμενης επιχείρησης μετά την άσκηση της προβλεπόμενης ενδικοφανούς προσφυγής.

Η φορολογική αρχή μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεωρήσει ότι κάποιες συναλλαγές που διενεργήθηκαν μεταξύ επιχειρήσεων είναι παράνομες και να επιβάλει επιπλέον φόρους και πρόστιμα.

Για παράδειγμα, διαπιστώθηκε και αποδείχθηκε από τη φορολογική αρχή η ύπαρξη τεχνητής διευθέτησης μεταξύ μίας ομόρρυθμης εταιρείας και μιας όμορης ατομικής επιχείρησης, με σκοπό τη μετατόπιση φορολογητέου εισοδήματος από την ομόρρυθμη εταιρεία στην ατομική επιχείρηση και την αποφυγή φόρου, δεδομένου ότι ο φορολογικός συντελεστής για την ομόρρυθμη εταιρεία ήταν διπλάσιος συγκριτικά με το φορολογικό συντελεστή για την ατομική επιχείρηση (υπ’ αριθ. 200/2020 απόφαση ΔΕΔ Θεσσαλονίκης).

Σε άλλη περίπτωση, η φορολογική αρχή διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες φορολογούμενοι, ως ασκούντες απόλυτο μετοχικό έλεγχο σε εταιρεία, προέβησαν σε σειρά «διευθετήσεων» κατά τον εταιρικό και φορολογικό χειρισμό των κερδών και του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, οι οποίες δεν συνάδουν με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική και οδηγούν στην αλληλοαντιστάθμιση ή αλλοληακύρωσή τους, με σκοπό την αποφυγή πληρωμής φόρου μερισμάτων. Ειδικότερα, η ελεγκτική αρχή έκρινε ότι η διενεργηθείσα μείωση κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες μεταβολές στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης, αποτελούσε διευθέτηση ή σειρά διευθετήσεων, οι οποίες αφενός δεν συνάδουν με την συνήθη επιχειρηματική συμπεριφορά και αφετέρου οι μεταβολές που ακολούθησαν στα ίδια κεφάλαια και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο της επιχείρησης μετά την μείωση κεφαλαίου είχαν ως αποτέλεσμα την αλληλοαντιστάθμιση ή την αλληλοακύρωσή τους (υπ’ αριθ. 1356/2020 απόφαση ΔΕΔ Αθηνών).

Οι ελληνικές φορολογικές αρχές διαθέτουν, κατ’ αρχήν, την εξουσία ελέγχου των εταιρειών που είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και όχι των αλλοδαπών εταιρειών, οι οποίες είναι φορολογικοί κάτοικοι εξωτερικού και φορολογούνται εκεί. Ωστόσο, οι ελληνικές αρχές μπορούν να ελέγξουν και να φορολογήσουν μία αλλοδαπή εταιρεία, εφόσον κρίνουν ότι στην πραγματικότητα η διοίκησή της ασκείται από την Ελλάδα.

Τα κριτήρια που θα εξετάσει η Φορολογική Διοίκηση για την διακρίβωση του τόπου της πραγματικής διοίκησης μιας αλλοδαπής εταιρείας είναι ιδίως:

  • ο τόπος άσκησης της καθημερινής διοίκησης,
  • ο τόπος λήψης των στρατηγικών αποφάσεων,
  • ο τόπος πραγματοποίησης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή εταίρων,
  • ο τόπος τήρησης των βιβλίων και στοιχείων,
  • ο τόπος συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και
  • η κατοικία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν η έδρα μιας εταιρείας βρίσκεται τυπικά σε χώρα του εξωτερικού, η φορολογική αρχή μπορεί να θεωρήσει ότι η εταιρεία αυτή είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, αφού διακριβώσει ότι η πραγματική της διοίκηση είναι στην Ελλάδα. Στο συμπέρασμα αυτό θα οδηγηθεί συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες λειτουργίας της εταιρείας, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι μισθώνει τυπικά ένα γραφείο στην αλλοδαπή χωρίς να λειτουργεί εκεί, οι αποφάσεις των οργάνων της λαμβάνονται στην Ελλάδα, τηρεί τα βιβλία της στην Ελλάδα και δεν απασχολεί υπαλλήλους στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση αυτή, η εταιρεία θα φορολογηθεί με τους συντελεστές που προβλέπονται από το ελληνικό δίκαιο και θα πιστωθεί ο φόρος που τυχόν καταβλήθηκε στην αλλοδαπή.

Ναι, η φορολογική αρχή έχει την ευχέρεια να προβεί σε έλεγχο εταιρείας, ακόμη κι αν εκείνη έχει διακόψει τη λειτουργία της, εφόσον το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή.